Μια κυρία περνάει μπροστά από ένα μαγαζί που πουλάει πουλιά και άλλα ζωάκια.
- Ε κυρία, λέει κάποιος.
Γυρίζει να δεί καί ξανακούει.
- Έ κυρία!
Ήταν ο παπαγάλος.
- Τι θέλεις βρε; του λέει.
- Είσαι άσχημη, της λέει.
- Δεν πας στον διάβολο, του λέει και συνεχίζει τον δρόμο της.
Την επομένη που ξαναπερνά, πάλι τα ίδια.
- Έ κυρία! Είσαι άσχημη.
Θυμωμένη μπαίνει στο μαγαζί και παραπονιέται στον ιδιοκτήτη. Τότε
Αυτός οργισμένος παίρνει ένα χασαπομάχαιρο και μαζί με την κυρία πάει στην βιτρίνα και λέει του παπαγάλου.
- Ρε παλιόπουλο του κερατά αν το ξανακάνεις αυτό στην κυρία θα σου κόψω από το σβέρκο το κεφάλι. Κυρία μου, της λέει ευγενικά, σας εγγυώμαι πως δεν θα ξαναγίνει αυτό.
Τον ευχαριστεί η κυρία και φεύγει αμφιβάλοντας για το αν θα έπιαναν οι απειλές του ιδιοκτήτη.
Την άλλη μερα περνάει μπροστά από την βιτρίνα και ξανακούει.
- Έ κυρία!
- Έχεις να πεις τίποτε; του λέει θυμωμένη.
- Ε, εσύ ξέρεις...
Αργοπίνοντας το ποτό της, η ελεύθερη από τις τρεις φίλες λέει:
- Την περασμένη Παρασκευή, μετά τη δουλειά, πήγα στο γραφείο του φίλου μου που δούλευε ως αργά, φορώντας μόνο ένα δερμάτινο πανωφόρι. Πριν χτυπήσω την πόρτα, έβαλα μια μάσκα, άφησα το πανωφόρι να γλιστρήσει από πάνω μου, και έμεινα με ένα δερμάτινο κορσάζ, κάλτσες μαύρες νάιλον και ψηλά τακούνια. Ο φίλος μου ερεθίστηκε τόσο που κάναμε παθιασμένο έρωτα πάνω στο γραφείο του.
Η αρραβωνιασμένη αφήνει ένα νευρικό γελάκι και λέει:
- Περίπου τα ίδια είχα κι εγώ! Όταν ο αρραβωνιαστικός μου ήρθε την Παρασκευή, με βρήκε να φοράω μια μαύρη μάσκα, δερμάτινο κορσάζ, μαύρες νάιλον κάλτσες και ψηλοτάκουνες γόβες. Ερεθίστηκε τόσο, που κάναμε έρωτα όλη τη νύχτα, και τώρα θέλει να επισπεύσουμε την ημερομηνία του γάμου.
Η παντρεμένη αφήνει αργά το ποτήρι της στο μπαρ και λέει:
- Εγώ το σχεδίασα πολύ καλά. Αφησα τα παιδιά στη μητέρα μου, έκανα ένα αρωματισμένο μπάνιο, έβαλα ένα σφιχτό δερμάτινο κορσάζ, ζαρτιέρες και μαύρες νάιλον κάλτσες και δωδεκάποντες γόβες. Τελείωσα την προετοιμασία μου με μια μαύρη μάσκα. Όταν ο άντρας μου επέστρεψε από τη δουλειά του, πήγε στο ψυγείο και πήρε μια μπύρα, πήρε το τηλεκοντρόλ, με κοίταξε, κάθισε στον καναπέ και είπε:
- Δεν μου λες, Μπάτμαν, τι έχει να φάμε για βράδυ;
Τρέχει η νταλίκα στο δρόμο, Τρέχει η νταλίκα στο δρόμο, ο νταλικέρης σιγοτραγουδάει και πλήττει και ξαφνικά βλέπει έναν τύπο, ντυμένο στα κατακίτρινα, να του κάνει ωτοστόπ. Σταματάει και λέει ο τύπος:
- Είμαι ο κίτρινος μαλάκας και θέλω να με πας 10 χιλιόμετρα παρακάτω.
Τον πάει 10 χιλιόμετρα παρακάτω και μετά από λίγο συναντάει κάποιον, ντυμένο στα κατακόκκινα, να του κάνει ωτοστόπ. Σταματάει και λέει ο τύπος:
- Είμαι ο κόκκινος μαλάκας και θέλω να με πας 20 χιλιόμετρα παρακάτω.
Τον πάει 20 χιλιόμετρα παρακάτω και μετά από λίγο συναντάει κάποιον, ντυμένο στα καταπράσινα, να του κάνει ωτοστόπ. Σταματάει και λέει ο τύπος:
- Είμαι ο πράσινος μαλάκας και θέλω να με πας 30 χιλιόμετρα παρακάτω.
Τον πάει 30 χιλιόμετρα παρακάτω. "Τι διάολο;" σκέφτεται ο νταλικέρης, "πόσους μαλάκες θα συναντήσω σήμερα;" Δεν περνάνε δέκα λεπτά και βλέπει στην άκρη του δρόμου έναν τύπο, ντυμένο στα μπλε, να του κάνει νόημα. Σταματάει και του λέει:
- Ξέρω είσαι ο μπλε μαλάκας και θέλεις να σε πάω 40 χιλιόμετρα παρακάτω.
- Αδεια, δίπλωμα και ταχογράφο, λέει ο μαλάκας.
Πεθαίνει κάποιος και ο Άγιος Πέτρος τον ξεναγεί στο νέο του χώρο. Εκεί που περιδιάβαιναν βλέπει έναν παλιό γνωστό του ο οποίος κυκλοφορούσε με μια πανάσχημη γυναίκα. Ρωτάει τον Άγιο Πέτρο:
- Μα πως αυτός ο άντρας κυκλοφορεί τέτοια γυναίκα όταν στη ζωή του γυρνούσε με τις πιο ωραίες γυναίκες;
- Α τέκνο μου, αυτός όταν ζούσε σκότωσε ένα περιστέρι και τώρα τιμωρείται.
Πάνε παρακάτω, συναντάει άλλο γνωστό με μια τρομακτικά άσχημη γυναίκα.
- Μα Άγιε μου, αυτός όταν ζούσε κυκλοφορούσε μόνο με μοντέλα, τώρα πώς το αντέχει αυτό;
- Α τέκνο μου αυτός είχε σκοτώσει δύο περιστέρια.
Συνεχίζουν και ξαφνικά βλέπει μπροστά του κάποιον ο οποίος ήταν τόσο άσχημος και χαζός που ποτέ του δε σταύρωνε γυναίκα όταν ζούσε. Κι όμως αυτός κυκλοφορούσε με ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ! Δίμετρη και κουκλάρα. Τα χασε ο άνθρωπος.
- Μα Άγιε μου τέτοια ασχημόφατσα και να κυκλοφορεί τέτοια κουκλάρα;
- Ναι τέκνο μου, αλλά αυτή η κουκλάρα όταν ζούσε, έκαψε ολόκληρο περιστερώνα!
Ήταν ένας άνδρας με την γυναίκα του στο κρεβάτι, και ακούνε μία φωνή:
"Κάποιος να με σπρώξει, ρε παιδιά!"
Τον αγνοούνε και συνεχίζουνε...
Μετά από λίγο πάλι η ίδια φωνή, ακόμα πιο ταλαιπωρημένη.
"Κάποιος να με σπρώξει! Κανείς δεν με ακούει;"
Λέει η γυναίκα στον άνδρα της:
- Ρε Γιώργο, μήπως να πας να βοηθήσεις τον καϋμένο;
Βγαίνει ο άνδρας από το σπίτι, και κοιτάει να δει το αυτοκίνητο που ήθελε σπρώξιμο. Δεν βλέπει τίποτε και ρωτάει:
- Που είσαι, να σε σπρώξω;
- Εδώ, λέει ο άνθρωπος. Στις κούνιες!