Skip to main content
Το σκηνικό είναι λίγο έως πολύ γνωστό, ιδιαίτερα στους νέους.
Ένας τύπος είχε από μικρός λόξα με τις μηχανές. Ονειρευόταν λοιπόν κάποια μέρα να οδηγεί την δικιά του Harley Davidson, ενώ όπως ήταν φυσικό, το δωμάτιό του ήταν γεμάτο με αφίσες. Harley με τοπία, Harley με γκόμενες, Harley χωρίς γκόμενες.. κάθε συνδυασμός με απαραίτητο συστατικό την Harley.
Αφού λοιπόν έχει κάνει αιματηρές οικονομίες και έχει τρίψει δεκάδες τζιν στην καρέκλα του γραφείου που δούλευε, καταφέρνει να μαζέψει το ποσό για να πάρει την ακριβότερη Harley που κυκλοφορεί. Μια και δυο, πηγαίνει στην τράπεζα και σηκώνει τα λεφτά μέχρι τελευταίας δεκάρας και τρέχει στο κατάστημα. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για τη συναλλαγή, μιας και την μηχανή την είχε σταμπάρει από καιρό. Έτσι, αφού κανονίζει τις λεπτομέρειες καβαλάει την Harley και ετοιμάζεται να πάει σπίτι για να κάνει έκπληξη στους δικούς του.
Πριν ξεκινήσει την μηχανή τον προλαβαίνει ο πωλητής και του λέει:
- Να σας ρωτήσω κάτι πριν φύγετε.. τη μηχανή θα την έχετε κάτω από υπόστεγο, ή σε ανοικτό χώρο;
- Σε ανοικτό χώρο, απαντάει ο τύπος, γιατί;
- Ξέρετε, καλό θα ήταν τότε όταν βρέχει να την αλλοίφετε με βαζελίνη ώστε να μην σπάσει το χρώμα της.
- Α, σας ευχαριστώ πολύ, θα το έχω υπόψη μου, λέει και φεύγει για το σπίτι.
Στο σπίτι του εν τω μεταξύ, η αρραβωνιαστικιά του, η αδερφή του, η μητέρα του και ο πατέρας του, έχουν μόλις τελειώσει το μεσημεριανό τους και έχουν μαζέψει μία στοίβα πιάτα στο νεροχύτη για πλύσιμο. Κλασσικά όμως, κανένας δεν προθυμοποιείται να τα πλύνει, έτσι έχουν συμφωνήσει ότι όποιος μιλήσει πρώτος θα πλύνει τα πιάτα.
Μετά από κανα 20λεπτο, σκάει μύτη ο τύπος με τη Harley. Τρέχει γρήγορα μέσα στο σπίτι και φωνάζει όλος χαρά την αραβωνιαστικά του.
- Ελένηηη... που είσαι;
Εμφανίζεται η Ελένη σιωπηλή!
- Αγάπη μου, επιτέλους το όνειρό μου γίνεται πραγματικότητα!.. Πήρα την πολυπόθητη Harley!
Η Ελένη όμως δεν απαντάει, παρά μόνο χαμογελάει με υπονοούμενο. Ο τύπος παραξενεύεται και ξαναδοκιμάζει..
- Γλυκιά μου.. πήρα Harley.. δεν έχεις να πεις τίποτα;
Εξακολουθεί όμως εκείνη να μην λέει τίποτα! Ο τύπος την κοιτάει ξανά, και της λέει...
- Αα.. κατάλαβα, θέλεις να το γιορτάσουμε κατάλληλα ε; Πονηρούλα... και την πιάνει, την γδύνει και της ρίχνει ένα καλό επιεόρτιο γαμήσι. Παρ όλα αυτά, η Ελένη δεν έβγαλε μιλιά. Έτσι ο τύπος πάει και βρίσκει την αδερφή του.
- Λία, της λέει, επιτέλους μετά από τόσα χρόνια έχω τη δική μου Harley Davidson!
Προς μεγάλη έκπληξη του τύπου, ούτε η Λία βγάζει μιλιά! Εκείνη τη στιγμή, έχουν μαζευτεί όλοι στο σαλόνι..
- Μα βρε Λιάκι, ούτε εσύ έχεις να πεις τίποτα...; .. you know.. Harley?
Η Λία όμως αγρόν ηγόραζε... ο τύπος την κοιτάει και αυτή με περίεργο ύφος και της λέει..
- Αχα.. βλέπω ότι γουστάρεις και εσύ κόλπα.. δεν βαριέσαι.. σήμερα είμαι πολύ χαρούμενος και δεν καταλαβαίνω τίποτα..
Έτσι, αρπάζει την αδερφή του, και της πετάει τα ματια και αυτής έξω.. Αφού λοιπόν τελειώνει και με την Λία, μαζεύει τα παντελόνια του και πάει στην μάνα του.
- Μάνα!.. επιτέλους τα όνειρά μου δεν είναι μόνο αφίσες!.. Εχω έξω την Harley!
Για ακόμα μια φορά, ο τύπος μένει άναυδος.. ούτε καν η μητέρα του μίλησε..
- Βλέπω ότι την έχετε δει περίεργα εδω μέσα, της λέει ο τύπος, αλλά η γριά η κότα έχει το ζουμί..
Έτσι, αρπάζει και τη μάνα του και της δίνει να καταλάβει τη διαφορά 25άρη και 55άρη!.. Αφού τελειώνει και με την μάνα του, και αφού δεν έχει ακούσει ούτε επιφώνημα, γυρνάει στον πατέρα του.
- Που σαι ρε γέρο; Θυμάσαι που τα λέγαμε για τις μηχανές; Πλέον θα σε πηγαίνω βόλτα με την καλύτερη μηχανή που κυκλοφορεί..
Ούτε όμως και ο πατέρας του μιλάει... ο τύπος συνεχίζει..
- Ρε πατέρα.. τί πάθατε όλοι σήμερα;
Μιλιά ο πατέρας.. ξαφνικά ακούγονται βροντές απ έξω. Ο τύπος κοιτάει από το παράθυρο και βλέπει ότι ο καιρός είναι κλειστός και ετοιμάζεται βροχή. Σκέφτεται λοιπόν φωναχτά..
- Ωχ.. πάω να φέρω τη βαζελίνη...
Και ο πατέρας...
- Μη μη! Θα πλυνω εγω τα πιατα
Μπάτσοι...
Σε μια φτωχή γειτονιά των Αθηνών ένας πιτσιρικάς είναι στον δρόμο και παίζει.
Εκείνη την ώρα περνάει από εκεί ο μπάτσος της γειτονιάς, τον βλέπει και τον ρωτάει:
- Τι κάνεις εδώ, ρε μικρέ;
- Παίζω, του λέει ο πιτσιρικάς.
- Και τι παίζεις;
- Να, του λέει, παίρνω λίγο χώμα βάζω και λίγο νερό συμπληρώνω και λίγες σκατούλες και φτιάχνω ανθρωπάκια.
- Και τι ανθρωπάκια φτιάχνεις; τον ρωτάει όλο περιέργεια.
- Μπάτσους, του απαντάει.
Τα παίρνει ο μπάτσος, τον πιάνει από το αυτί, του ρίχνει και μια σφαλιάρα και του λέει:
- Τσακίσου γρήγορα στο σπίτι και να μην σε ξαναδώ εδώ κωλόπαιδο!
Για δυο τρεις μέρες ο μικρός εξαφανίστηκε, την τετάρτη μέρα να τον πάλι στο δρόμο και παίζει.
Ξαναπερνάει από εκεί ο μπάτσος, τον βλέπει, πλησιάζει και τον ρωτάει .
- Τι κάνεις εδώ;
- Παίζω.
- Και τι παίζεις;
- Να, του λέει, παίρνω λίγο χώμα βάζω και λίγο νερό και φτιάχνω ανθρωπάκια.
- Μπράβο, του λέει, ο μπάτσος και τι ανθρωπάκια φτιάχνεις;
- Πυροσβέστες, του λέει ο μικρός.
- Καλά ρε, του λέει ο μπάτσος, και γιατί δεν βάζεις σκατούλες σε αυτούς;
- Γιατί όταν τους βάζω, μου βγαίνουν μπάτσοι.
Τρεις φίλοι, ένας Ιταλός, ένας Τούρκος κι ένας Εβραίος, σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Πηγαίνουν σε έναν προθάλαμο, λοιπόν, όπου τους περίμενε ο Αγιος Πέτρος.
- Για να μπείτε, τους λέει, στον Παράδεισο, πρέπει να περάσετε κάποια δοκιμασία. Πείτε μου ποιές ήταν οι μόνες απολαύσεις στις οποίες δεν μπορούσατε να αντισταθείτε όταν ζούσατε;
- Τα μακαρόνια, λέει ο Ιταλός.
- Τα λεφτά, λέει ο Εβραίος.
- Το Οθωμανικό, λέει ο Τούρκος.
- Ωραία, λέει ο Αγιος Πέτρος. Θα μπείτε από αυτή την πόρτα και εάν τα καταφέρετε να βγείτε από την άλλη μεριά θα μπείτε στον Παράδεισο. Αλλιώς θα σας στείλουν στην Κόλαση. Προσοχή, όμως, γιατί υπάρχουν παγίδες παντού!
Ξεκινάνε οι τρεις φίλοι. Όπως περπατάγανε, βλέπουν μπροστά τους ένα καζάνι με μακαρόνια. Άρχισε να τρέμει ο Ιταλός, να ιδρώνει, να φωνάζει. Δεν προλαβαίνουν να τον κρατήσουν οι άλλοι δυο και ορμάει με τα μούτρα στα μακαρόνια. Μόλις τα ακουμπάει ... ΠΟΥΦ χάνεται. Αρχισαν οι άλλοι να φοβούνται και περπατούσαν χέρι-χέρι. Ξαφνικά εμφανίζεται ένα σακί με λεφτά μπροστά τους. Σκύβει να τα πάρει ο Εβραίος και ... ΠΟΥΦ εξαφανίζεται ο Τούρκος!
Είναι ο Μάνος και ο Λάκης και πάνε δρομολόγιο με την νταλίκα.
Στον δρόμο ο Μάνος πατάει μια κατσίκα.
Κατεβαίνει ο Μάνος κάτω, βλέπει το ζώο να υποφέρει, τραβάει την μαχαίρα και σφάζει την κατσίκα.
Τρελαμένος ο Λάκης του φωνάζει:
- Τί κάνεις εκεί ρε;
- Για να μην τυραννιέται το κακόμοιρο το ζωντανό, απαντά ο Μάνος. Πιο κάτω ο Μάνος παραβιάζει το στοπ, και πατάει έναν άνθρωπο. Κατεβαίνει ο Μάνος, βλέπει τον άνθρωπο να σφαδάζει στην άσφαλτο, βγάζει το μαχαίρι και τον σφάζει.
Φρικάρει ο Λάκης:
- Τί κάνεις εκεί, δολοφόνε;
- Για να μην τυραννιέται, απαντά ο Μάνος.
Ξαναμπαίνουν στην νταλίκα και σε λίγα μέτρα η νταλίκα αναποδογυρίζει.
Βγαίνει ο Μάνος και ψάχνει τον Λάκη.
Εμφανίζεται ο Λάκης γεμάτος αίματα, να κρατάει τα εντόσθιά του στα χέρια και λέει στον Μάνο:
- Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτε, ε;