Μια κύρια πάει στην αγορά και βρίσκει έναν πανέμορφο παπαγάλο .
Φιλόζωη η κύρια πάει να τον αγοράσει . Ο έμπορος την προειδοποιεί ότι ο παπαγάλος ήταν σ ένα μπου**λο πριν και βρίζει συχνά . Η κύρια απτόητη επιμένει να τον αγοράσει . Καλά της λέει ο έμπορος παρτόν . Τον παίρνει η κύρια , τσουκου τσουκου τον πάει σπίτι , τον βάζει στο σαλόνι και βγάζει το σεντόνι από πάνω από το κλουβί . Ο παπαγάλος ρίχνει βλέμμα στο σπίτι και λέει με ύφος νταβατζή :
- Μμμμ , καινούργιο σπίτι , καινούργια μαντάμ .
- Σκάσε βρε βρομοπαπαγάλε λέει η κυρία και του βάζει το σεντόνι πάνω στο κλουβί . Μετά από λίγο έρχονται οι κόρες της κύριας από το σχολείο ( τελειόφοιτες λυκείου ) και με το που βλέπουν το σεντόνι πάνω στο κλουβί το τραβάνε . Ξανά ο παπαγάλος :
- Μμμμ καινούριο σπίτι , καινούρια μαντάμ , καινούριες πουτ**νες . Εκείνη την ώρα μπαίνει η μαμά μέσα και ξαναβάνει το σεντόνι πάνω στο κλουβί κάνοντας παρατηρήσεις στις κόρες της . Δεν περνάει κανένα τέταρτο και έρχεται ο μπαμπάς σπίτι . Ανοίγει την πόρτα και βγάζει το καπέλο του και ρωτάει την γυναίκα του τι έχει μες στο κλουβί . Του λεει αυτή ότι αγόρασε έναν παπαγάλο αλλά είναι βρωμόστομος ο Αφιλότιμος και τραβάει το σεντόνι ! Ξανά ο παπαγάλος:
- Μμμμμ καινούριο σπίτι , καινούρια μαντάμ , καινούριες πουτ**νες αλλά ο κυρ Γιώργος σταθερός !
Είναι μέσα σε ένα αεροπλάνο οι 2 πιλότοι και ένας Πόντιος.
Σε κάποια στιγμή το αεροπλάνο αρχίζει να χάνει ύψος. Οι 2 πιλότοι προκειμένου να σώσουν το τομάρι τους, σχεδιάζουν να κοροϊδέψουν τον Πόντιο και να τον κάνουν να πήδήξει.
Τον πιάνουν και του λένε:
- Κοίτα, πρέπει να πηδήξεις για να ελαφρύνει το αεροπλάνο και να μην σκοτωθούμε.
- Ρε παιδιά, θα σκοτωθώ αν πηδήξω.
- Μην φοβάσαι, όταν πηδήξεις θα κάνεις το γλάρο και θα πετάξεις, έτσι δεν θα σκοτωθείς.
Με αυτά και με εκείνα κατάφεραν να τον πείσουν να πηδήξει. Πηδάει ο Πόντιος και χάνεται κάτω στα σύννεφα. Βρίσκει το αεροπλάνο την ισορροπία του και συνεχίζει.
Ξαφνικά ο πιλότος βλέπει κάτι να πλησιάζει το παράθυρό του.
Πλησιάζει κι άλλο, και ο πιλότος βλέπει τον Πόντιο!
Ο Πόντιος χτυπά τα χέρια του πάνω-κάτω με δύναμη και ρωτάει τον πιλότο:
- Ποιό πουλί μου είπες να κάνω;
Ενας διαρρήκτης μπαίνει σένα διαμέρισμα για...
Μεροκάματο και κατά την είσοδό του στην κρεβατόκάμαρα, ανάβουν ξαφνικά τα φώτα και βλέπει στο κρεβάτι ένα ζευγάρι ηλικιωμένων να τον κοιτάζουν έκπληκτοι." Λυπάμαι, αλλά τώρα που με είδατε πρέπει να σας σκοτώσω,αλλιώς θα με καταδώσετε στην Αστυνομία!" λέει ο διαρρήκτης και βγάζει ένα όπλο" Όχι, σε παρακαλούμε πολύ μη μας σκοτώσεις! Πάρε ό,τι θες και εμείς δε θα σε μαρτυρήσουμε", του απαντάνε με μία φωνή οι ταλαίπωροι ηλικιωμένοιΌμως ο διαρρήκτης είναι ανένδοτος:
" Δεν θα γλυτώσετε... και πρώτα εσύ παλιόγρια! Έλα εδώ και γονάτισε!"
Σηκώνεται η γιαγιά και γονατίζει μπροστά του. Ο διαρρήκτης με το όπλο στο κεφάλί της τη ρωτάει:
" Πες μου πως σε λένε?"
" Λίζα "
, απαντάει κλαίγοντας η γιαγιά Τότε ξαφνικά ο κλέφτης βάζει τα κλάμματα και της λέει:
" Λίζα έλεγαν και την αγαπημένη μου τη γιαγιά, που την έχασα πέρσι. Επειδή έχεις τόνομά της θα σου χαρίσω τη ζωή!" και εκείνη αρχίζει να του φιλάει τα χέρια ανακουφισμένη. " Εσύ όμως θα πεθάνεις τώρα!"
, γυρίζει και λέει στον παππού, ο οποίος κλαίει και τον παρακαλάει για την ζωή του. Ο κλέφτης βάζει τόπλο στο κεφάλι του παππού και τον ρωτάει:
" Πες μου πως σε λένε"
Και εκείνος:
" Εεε.. Κώστα με λένε, αλλά οι φίλοι μου μαποκαλούν.. Λίζα!"
Ήταν 3 παπάδες και λέει ο ένας:
- Εγώ στην εκκλησία κάνω έναν κύκλο στο πάτωμα και μετά πετάω τα λεφτα του παγκαριού ψηλά στον αέρα. Όσα πέσουν μέσα τον κύκλο είναι του Θεού και τα υπόλοιπα δικά μου.
Λέει ο δεύτερος παπάς:
- Εγώ τραβάω μία γραμμή στο πάτωμα. Πετάω τα λεφτά ψηλά στον αέρα. Όσα πέφτουν δεξιά είναι δικά μου, όσα πέφτουν αριστερά είναι του Θεού.
Λέει και ο τρίτος παπάς:
- Εγώ πετάω τα λεφτά ψηλά στον αέρα. Όσα πιάσει ο Θεός είναι δικά του και όσα δεν τα θέλει και πέσουν κάτω είναι δικά μου.