Παντρεύτηκε κάποιος και πήγε για δέκα μέρες γαμήλιο ταξίδι. Έδωσε εντολή στους υπαλλήλους του να μην τον ενοχλήσουν για κανέναν και για τίποτα. Την τρίτη όμως ημέρα χτυπά το τηλέφωνο του και στη γραμμή ακούει έναν υπάλληλο του να του λέει:
- "Αφεντικό!"
- "Τι είναι ρε! Δεν σας είπα να μην με ενοχλήσει κανείς;"
- "Να αφεντικό σε πήρα να σου πω πως έσπασα το φτυάρι!"
- "Και πως το έσπασες;"
- "Να το έσπασα καθώς άνοιγα ένα λάκκο."
- "Και γιατί άνοιγες το λάκκο;"
- "Για να θάψω το σκυλί."
- "Γιατί ψόφησε το καλό μου το σκυλί; πως έγινε αυτό;"
- "Να κάηκε αφεντικό όταν πήρε φωτιά ο στάβλος!"
- "Πήρε φωτιά ο στάβλος; Από τι;"
- "Πετάχτηκε μια σπίθα όταν πήρε φωτιά το σπίτι!"
- "Πήρε φωτιά το σπίτι; ποιος την έβαλε;"
- "Η μητέρα σου κρύωνε και άναψε το μαγκάλι, αλλά αυτό έγειρε και πήρε φωτιά όλο το σπίτι και κάηκε. Α! αφεντικό κάηκε και η μητέρα σου!"
Μόλις άκουσε αυτός τα μαντάτα άρχισε να χτυπιέται και να λέει:
- "Τι είμαι εγώ ένα τίποτα δεν είμαι! Δεν έχω σκύλο, δεν έχω στάβλο, δεν έχω σπίτι, δεν έχω και μάνα. Όλα αρνητικά μου πάνε στη ζωή, όλα αρνητικά!"
Τότε ο υπάλληλος άρχισε να φωνάζει από την άλλη άκρη της γραμμής.
- "Αφεντικό έχεις ένα θετικό, έχεις ένα θετικό!"
- "Τι θετικό έχω μου λες;"
- "Να θυμάσαι που έκανες εξετάσεις για το AIDS; να λοιπόν ήρθε ένα γράμμα βγήκε Θετικό!"
Μία μέρα καθώς η Μαρία καθάριζε κάτω από το κρεβάτι βρήκε ένα μικρό κουτί. Περίεργη το άνοιξε και βρήκε 3 αυγά και 10.000 ευρώ.
Λίγο καχύποπτη ρωτάει τον άνδρα της, με τον οποίο ήτανε 25 χρόνια παντρεμένοι, για το κουτί.
- Α, αυτό, λέει ο άνδρας της. Κάθε φορά που σε κεράτωνα έβαζα ένα αυγό στο κουτί.
Η Μαρία στεναχωρήθηκε, αλλά σκέφτηκε ότι 3 απιστίες σε 25 χρόνια γάμου δεν ήταν και τόσο πολύ.
- Και τι είναι τα 10.000 ευρώ, ρωτάει ξανά.
- Α, κάθε φορά που μάζευα 12 αυγά, τα πούλαγα!
Μπαίνει έξαλλος ένας καουμπόης μέσα στο μπαρ και φωνάζει στον μπάρμαν:
- «Με λένε Jimmy και θέλω να μάθω ποιος έβαψε το άλογο μου ροζ!»
Ο μπάρμαν του λέει:
- «Δεν ξέρω τι να σου πω μισό λεπτό να ρωτήσω.»
Σταμάτα τον πιανίστα με ένα νεύμα και ρωτάει στους θαμώνες.
Σηκώνεται ένας τεράστιος καουμπόης και λέει:
- «Εγώ, τρέχει τίποτα;»
Έντρομος ο Jimmy του λέει:
- «Όχι ρε Φίλε... Όχι απλά στέγνωσε το πρώτο χέρι και θέλω να ξέρω σε πόση ώρα θα κάνεις το δεύτερο χέρι.»
Ήταν τρεις Πόντιοι και έτρεχαν να σωθούν από τρεις Γερμανούς. Ξαφνικά εκεί που έτρεχαν, βλέπουν μπροστά τους ένα πηγάδι.
- "Γρήγορα να μπούμε μέσα να κρυφτούμε", λένε, και μπαίνουν.
Μετά από κανένα 5λεπτο έρχονται και οι Γερμανοί και κάθονται πάνω από το πηγάδι.
- "Ωχ!" λένε οι Πόντιοι.
- "Τώρα την κάτσαμε. Για να μην μας καταλάβουν, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ακούμε τι θα λένε και να κάνουμε την ηχώ. Έτσι θα πιστεύσουν ότι το πηγάδι είναι άδειο."
Συμφωνούνε τελικά να το κάνουνε. Αρχίζει λοιπόν να μιλάει ο πρώτος Γερμανός.
- "Πού να πήγαινε; Μήπως πήγαν στο βουνό;"
Κάνει κι ο πρώτος Πόντιος:
- "Μήπως πήγαν στο βουνό, στο βουνόοοοο;"
Λέει ο δεύτερος Γερμανός:
- "Μήπως μπήκαν στο πηγάδι;"
Κάνει κι ο δεύτερος Πόντιος:
- "Μήπως μπήκαν στο πηγάδι, στο πηγάααδιιι;"
Λέει κι ο τρίτος Γερμανός:
- "Ας ρίξουμε μια χειροβομβίδα να βεβαιωθούμε!"
Κάνει κι ο τρίτος Πόντιος:
- "Μήπως πήγαν στο βουνοοό;"
Κάποιος τύπος βλέπει έναν φίλο του στον δρόμο και του λέει:
- "Αστα είμαι χάλια. Έχω φοβερούς πόνους στον αγκώνα μου. Δεν ξέρω τι είναι. Πρέπει επειγόντως να δω έναν γιατρό."
- "Φίλε μου έχω νέα για σένα. Στο φαρμακείο στην γωνία έχει ένα μηχάνημα τρομερό. Με ένα μικρό δείγμα ούρων, μπορεί να σου διαγνώσει οτιδήποτε. Αλλωστε τι έχεις να χάσεις, 10 δολάρια στοιχίζει όλο κι όλο."
- "Φίλε μου τι έχω να χάσω. Θα πάω."
- "Πάει σπίτι λοιπόν, γεμίζει ένα ουροδοχείο με λίγα ούρα και μια και δυο πάει στο φαρμακείο με το θαυματουργό μηχάνημα. Ρίχνει στην υποδοχή τα ούρα του, βάζει και ένα 10χίλιαρο στην υποδοχή και περιμένει. Σε ένα λεπτό το μηχάνημα αρχίζει να κάνει θορύβους, λαμπάκια αρχίζουν να αναβοσβήνουν και τελικά βγαίνει ένα χαρτάκι που λέει:
- "Πάσχεις από tennis elbow, ασθένεια των τενιστών. Θα πρέπει να ξεκουράσεις το χέρι σου, να κάνεις θερμά λουτρά, να αποφύγεις το σήκωμα βαριών αντικειμένων. Σε δύο εβδομάδες θα είσαι καλύτερα."
- Το ίδιο βράδυ, ο φίλος μας δεν μπορούσε να χωνέψει τις δυνατότητες αυτού του μηχανήματος και πως είναι δυνατόν να κάνει τόσο ακριβή διάγνωση. Σκεπτόταν πόσο προχωράει η επιστήμη και αν είναι δυνατόν να κοροϊδέψει το μηχάνημα.
- Παίρνει λοιπόν λίγο νερό βρύσης, λίγο αίμα από τον σκύλο του, ούρα από την γυναίκα του και την κόρη του και τέλος βαράει και μια μαλακία, τα ανακατεύει καλά και πάει στο μηχάνημα.
- Βάζει το δείγμα στην υποδοχή, πετάει και ένα 10δόλαρο και περιμένει.
- Σε ένα λεπτό το μηχάνημα αρχίζει να κάνει θορύβους, λαμπάκια αναβοσβήνουν και τελικά βγαίνει ένα χαρτάκι που του λέει:
- "Το νερό της βρύσης σου είναι πολύ σκληρό. Πάρε αποσκληρυντικό. Ο σκύλος σου πάσχει από υποβιταμίνωση. Δώστου βιταμίνες. Η κόρη σου παίρνει ναρκωτικά. Βρες κλινική αποτοξίνωσης. Η γυναίκα σου είναι έγκυος. Δίδυμα κορίτσια. Δεν είναι δικά σου. Βρες δικηγόρο. Και συ αν δεν σταματήσεις να βαράς μαλακία, ο αγκώνας σου δεν θα γίνει ποτέ καλά."
Ήταν μια φορά ενας βλάχος και πήγε να μείνει σε ένα ξενοδοχείο της Αθήνας. Λέει στη ρεσεψιόν, λοιπόν,να του δώσει ένα δωμάτιο και του λέει αυτή:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αμέ, γιατί όχι!
Γίνεται ότι γινεται, λοιπόν, την επόμενη μέρα πάει ο βλάχος να πληρώσει.
- Δε χρωστάτε τίποτα, λέει η ρεσεψιόν και του δίνει και 200 Ευρώ!
Πάει ο βλάχος όλο χαρά στο κατσικοχώρι του και λέει ότι έγινε στους συγχωριανούς του.
Αρχίζουν λοιπόν να πηγαίνουν ένας-ένας στο περιβόητο ξενοδοχείο και είχαν όλοι την ίδια εμπειρία.
Κάποια στιγμή τους πήρε πρέφα ο παπάς του χωριού και πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο της Αθήνας να τσεκάρει.
Πάει στη ρεσεψιόν και της ζητάει δωμάτιο.
Αυτή, κλασσικά, του λέει:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αυτά είναι πράγματα του Σατανά, τέκνον μου, λέει ο παπάς,αλλά μιας και το ανέφερες...
Πάει ο παππάς στο δωμάτιο με την γκόμενα, την ξεσκίζει και την επόμενη μέρα πάει για να πληρώσει.
Η ρεσεψιόν του είπε οτι δε χρωστάει τίποτα και του δίνει 3000 Ευρώ.
Ο παπάς τα έχει χάσει και τη ρωτάει:
- Μα τέκνον μου, γιατί στους υπόλοιπους συγχωριανούς μου έδωσες 200 και σε μένα 3000 Ευρώ;
Και η ρεσεψιόν του λέει:
- Κοιτάξτε, τσόντα με παπά πρώτη φορα γυρίζουμε!