Skip to main content
Ήταν λοιπόν ο Μήτσος ο οποίος είχε εργοστάσιο που κατασκεύαζε καρφιά με το όνομα "Μητσάρας". Επειδή οι πωλήσεις ήταν πολύ χαμηλές, αποφάσισε να πάει σε μια διαφημιστική εταιρία.
- Εντάξει κύριε Μήτσο, του λέει ο υπάλληλος, η διαφήμισή σας θα προβληθεί μετά το ματς Ολυμπιακός - Παναθηναικός.
- Πράγματι, η διαφήμιση άρχισε. Ήταν η κάμερα μέσα σε ένα δασάκι. Προχωρά η κάμερα 200 μέτρα και βρίσκει ενα λόφο. Προχωρά ακόμα λίγο και φαίνονται τρεις σταυροί. Ζουμάρει στο μεσαίο σταυρό και έδειχνε το Χριστό σταυρωμένο. Αμέσως μετά δείχνει μια λεζάντα "Ο Χριστός σταυρώθηκε με καρφιά Μητσάρας."
Μετά απο αυτό το σποτ, όπως ήταν φυσικό, οι πωλήσεις των καρφιών "Μητσάρας" εκτοξεύστηκαν στα ύψη. Αλλά ο Χριστόδουλος αντέδρασε αμέσως, έκανε συλλαλητήρια, ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης, ξεσήκωσε τον κόσμο, και τελικά οι πώλήσεις ξαναέπεσαν.
Έξαλλος πάει ο Μήτσος στη διαφημιστική εταιρία και ζητά εξηγήσεις.
- Ηρέμησε φίλε, μην κάνεις έτσι, θα σου κάνω νέα διαφήμιση. Λοιπόν, άνοιξε την τηλεόραση μετα το πρώτο ημίχρονο του ντέρμπυ Ολυμπιακός - ΑΕΚ και η τελευταία διαφήμιση θα είναι η δική σου.
- Όντως, ή διαφήμιση ξεκίνησε. Ήτανε η κάμερα μέσα σε ένα δασάκι. Προχωρά 200 μέτρα και δέιχνει ένα λόφο. Προχωρά ακόμα λίγο και βρίσκει ενα σταυρό κενό. Ζουμάρει, και δείχνει το Χριστό να τρέχει και να τον ακολουθεί μια ομάδα λεγεωνάριοι. Κάνει και ο ένας λεγεωνάριος στον άλλον:
- "Καλά ρε βλάκα.. Δε σου `πα να χρησιμοποιήσεις καρφιά Μητσάρας;"
Μια φορά ένας συνάντησε έναν φίλο του που είχε να τον δει χρόνια ντυμένο καλόγερο.
- Μπα, έγινες καλόγερος;
- Ναι.
- Και πώς είναι η καλογηρική ζωή;
- Πολύ ωραία. Ξυπνάμε το πρωί, προσευχόμαστε, τελούμε τον όρθρο, παίρνουμε πρωινό κλπ κλπ. Το μοναστήρι μας είναι πολύ ωραίο, έχουμε πολλούς θησαυρούς, ιερά κειμήλια κλπ κλπ κι έχουμε κι ένα δωμάτιο μ ένα Μεγάλο Μυστικό.
- Τι μυστικό;
- Δεν μπορώ να στο πω, πρέπει να γίνεις καλόγερος για να το μάθεις.
Αποφασίζει, λοιπόν ο φίλος μας να γίνει καλόγερος για να γνωρίσει το μεγάλο μυστικό. Μπαίνει, λοιπόν στο μοναστήρι και ζητάει να δει το μεγάλο μυστικό. Βγαίνουν, λοιπόν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάνε ένα γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν ένα μακρύ μονοπάτι, φτάνουν σε ένα μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν μια μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν μια μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν κάτι σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν σ ένα δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, φτάνουν μπροστά σε μια πόρτα. Εκεί που είναι έτοιμοι να την ανοίξουν θυμούνται ότι δεν τον έχουν κάνει ακόμη καλόγερο οπότε δεν μπορεί ακόμη να γνωρίσει το Μεγάλο Μυστικό.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Αφού, λοιπόν το κάνουν καλόγερο πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, πέραν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Εκεί που πάνε να την ανοίξουν αντιλαμβάνονται ότι έχουν ξεχάσει το κλειδί.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους μια δεύτερη πόρτα. Κάνουν να ψάξουν το κλειδί της δεύτερης πόρτας κι αντιλαμβάνονται ότι το έχουν ξεχάσει.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί το κλειδί της δεύτερης πόρτας και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους μια τρίτη πόρτα. Κάνουν να ψάξουν το κλειδί της τρίτης πόρτας, πουθενά το κλειδί.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το ο δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, περνούν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί το κλειδί της τρίτης πόρτας και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους την τρίτη πόρτα. Ενώ είναι έτοιμη να την ανοίξουν θυμούνται ότι λείπει ο ηγούμενος κι ότι μόνο παρουσία του ηγουμένου μπορεί κανείς να γνωρίσει το Μεγάλο Μυστικό.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, περνούν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Φωνάζουν τον ηγούμενο και ξεκινάν όλοι μαζί για να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους την τρίτη πόρτα, την ανοίγουν και του αποκαλύπτουν το Μεγάλο Μυστικό.
Ποιο ήταν το Μεγάλο Μυστικό;
- Να γίνετε καλόγεροι για να το μάθετε.
Ο μεθυσμένος μπήκε στο λεωφορείο. Μύριζε σαν βαρέλι του κρασιού και πήγε κι έκατσε δίπλα σε έναν παπά. Το πουκάμισό του ήταν λεκιασμένο, το πρόσωπό του γεμάτο κόκκινο κραγιόν και ένα μισογεμάτο μπουκάλι κρασί να βγαίνει από την τσέπη του.
Ανοίγει την εφημερίδα του και αρχίζει να διαβάζει. Μερικά λεπτά αργότερα, γυρίζει και ρωτά τον παπά:
- Πάτερ, τι προκαλεί την αρθρίτιδα;
- Κύριε, λέει με αποδοκιμασία ο παπάς, η αρθρίτιδα προκαλείται από χαλαρή ζωή, με το να βρίσκεσαι με φτηνές και ανήθικες γυναίκες, το πολύ αλκοόλ και την αδιαφορία για τον πλησίον σου.
- Να με πάρει ο διάολος, ψιθύρισε ο μεθυσμένος και συνέχισε να διαβάζει την εφημερίδα του.
Ο παπάς, αναλογιζόμενος τι του είπε, γύρισε στον μεθυσμένο και του ζήτησε συγγνώμη.
- Λυπάμαι, δεν το εννοούσα αυτό που σου είπα. Πόσο καιρό υποφέρεις από την αρθρίτιδα;
- Μα δεν έχω εγώ αρθρίτιδα, πάτερ. Μόλις διάβασα στην εφημερίδα ότι ο Πάπας έχει τέτοια αρρώστια.
(Α=Ανδρας Γ=Γυναίκα).
A: Έχουμε συναντηθεί κάπου εμείς;
Γ: Ναι, γι αυτό δεν πηγαίνω πια εκεί.
Α: Νομίζω ότι σε έχω δει κάπου.
Γ: Ναι, είμαι η νοσοκόμα στο νοσοκομείο αφροδισίων νοσημάτων.
Α: Είναι αυτή η θέση κενή;
Γ: Ναι και αυτή που κάθομαι εγώ θα είναι επίσης κενή αν καθίσεις εδώ.
Α: Λοιπόν, θέλεις να έλθεις στο σπίτι μου;
Γ: Μμμμ, δεν ξέρω. Χωράνε δύο άνθρωποι κάτω από την ίδια πέτρα;
A: Σπίτι σου ή σπίτι μου;
Γ: Και στα δύο. Εσύ σπίτι σου και εγώ στο δικό μου.
Α: θα ήθελα να σου τηλεφωνήσω. Ποιο είναι το τηλέφωνό σου;
Γ: Είναι στον κατάλογο.
Α: Ναι αλλά δεν ξέρω το όνομά σου.
Γ: Και αυτό είναι στον κατάλογο.
Α: Μωρό μου, πώς σου αρέσουν τα αυγά σου το πρωί;
Γ: Αγονιμοποίητα (!)
Α: Έλα λοιπόν, αφού για τον ίδιο λόγο ήρθαμε σε αυτό το μπαρ σήμερα.
Γ: Σωστά, ας βρούμε λοιπόν καμία γκόμενα.
Α: Είμαι εδώ για να ικανοποιήσω όλες σου τις ερωτικές φαντασιώσεις.
Γ: Μη μου πεις... Έχεις έναν γάιδαρο και έναν Μεγάλο Δανό;
Α: Ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω, μωρό μου.
Γ: Τότε ευχαρίστησε με, αφήνoντάς με μόνη μου.
Α: Θέλω να σου δωρίσω τον εαυτό μου.
Γ: Συγγνώμη, αλλά δεν δέχομαι φτηνιάρικα δώρα
Α: Μπορώ να μαντέψω ότι με θέλεις.
Γ: Ωωωωω, ναι, έχεις δίκιο. Σε θέλω... φευγάτο.
Α: Αν σε δω ποτέ γυμνή, θα πεθάνω ευτυχισμένος.
Γ: Ναι αλλά αν σε δω ποτέ εγώ γυμνό, θα πεθάνω από τα γέλια.
Α: Το σώμα σου είναι σαν ιερός ναός για μένα.
Γ: Λυπάμαι, αλλά δεν έχει λειτουργία σήμερα.
Α: Θα μπορούσα να σου δώσω τα πάντα.
Γ: Ωραία, ας ξεκινήσουμε από τον τραπεζικό σου λογαριασμό.
Α: Θα μπορούσα να πάω ακόμη και στο τέλος του κόσμου για χάρη σου.
Γ: Ναι, αλλά θα μπορούσες να μείνεις εκεί για πάντα;