Στη φυλακή, για να περνάνε την ώρα τους οι φυλακισμένοι, λένε το βράδυ ανέκδοτα. Επειδή όμως ακούγονται όλο τα ίδια και τα ίδια και τα έχουν μάθει όλοι απέξω κι ανακατωτά αποφασίζουν για να μη χάνουν χρόνο να τα αριθμήσουν.
Κάθε βράδυ λοιπόν ακούγονται από τα κελιά αριθμοί και μετά όλοι ξεσπάνε στα γέλια. Ένα βράδυ:
- Το 6! λέει κάποιος, ξεσπάνε στα γέλια οι υπόλοιποι -το 325! λέει ένας άλλος, πάλι σκάνε στα γέλια οι άλλοι -το 4568! λέει ένας τρίτος, γέλια και χαρές κ. Ο. Κ. μέχρι που ένας από τους καινούριους αποφασίζει να πει κι αυτός ένα ανέκδοτο:
- Το 38!
Σιωπή στο θάλαμο -βρε παιδιά το 38! λέει πάλι ο καινούριος αλλά κανείς δε γελάει -γιατί βρε παιδιά γιατί δε γελάτε, αφού το 38 έχει πολύ πλάκα... λέει παραπονιάρικα ο μικρός -μα δεν το διηγήθηκες καλά... του απαντούν οι υπόλοιποι.
Ένας καθηγητής της ψυχολογίας έκανε την καθιερωμένη Πρωινή επίσκεψη στα δωμάτια Των ασθενών όταν Μπήκε στο δωμάτιο ενός ασθενή και βρήκε έναν ασθενή (τρόφιμο) στο πάτωμα προσποιούμενο Ότι έκοβε ένα ξύλο με ένα φανταστικό πριόνι, Ένα δεύτερο ασθενή Κρεμασμένο με τα πόδια από το ταβάνι .
Ο καθηγητής ρώτησε τον ασθενή που έκοβε το ξύλο «τι κάνεις εκεί ?» Και ο ασθενής είπε «δεν βλέπεις Κόβω αυτό το κομμάτι ξύλου στα δυο» τον ξαναρώτησε τι κάνει αυτός ο κρεμασμένος από το Ταβάνι.
- «αυτός είναι φίλος μου αλλά είναι λίγο τρελός , προσποιείται ότι είναι λάμπα» Ο καθηγητής κοιτάει επάνω και πρόσεξε ότι το πρόσωπο του ασθενή είναι κόκκινο Και λέει «αν είναι φίλος σου καλύτερα να τον κατεβάσεις πριν πάθει κανένα ατύχημα» Και ο ασθενής « Τι ? , Και θα δουλέψω στα σκοτεινά ?»