Ήταν ένας άντρας που θα έφευγε για επαγγελματικό ταξίδι , αλλά για να πάει ταξίδι ήθελε να βρει πρώτα κάτι για να παρακολουθεί τη γυναίκα του . Σκέφτηκε λοιπόν να αγοράσει ένα παπαγάλο . Πάει σ` ένα μαγαζί με ζώα βλέπει έναν και του λέει :
- Θα ήθελα ένα παπαγάλο . Του δείχνει έναν ο πωλητής . - Πόσο έχει αυτός ; - 1.000.000 απαντάει ο πωλητής - Μπα είναι πολύ ακριβός για τη δουλειά που το θέλω , και φεύγει . Πάει σ` ένα άλλο μαγαζί βλέπει και εκεί έναν παπαγάλο . - Πόσο έχει αυτός ο παπαγάλος ; - 500.000 του απαντάει ο πωλητής . - Μπα είναι πολύ ακριβός για τη δουλειά που το θέλω . Χωρίς να απελπιστεί συνεχίζει , μπαίνει και σ` ένα άλλο μαγαζί και βλέπει και εκεί έναν παπαγάλο . - Πόσο έχει αυτός ο παπαγάλος ; - 10.000 απαντάει ο πωλητής . - Και γιατί είναι τόσο φτηνός ; - γιατί έχει ένα μειονέκτημα . Δεν έχει πόδια και στηρίζεται στα αρχίδια του . - Δεν πειράζει για τη δουλειά που το θέλω εγώ δεν χρειάζεται να έχει πόδια μόνο να μιλάει . Μιλάει ; - Ναι λέει και είναι και πανέξυπνος . Παίρνει λοιπόν ο κύριος τον παπαγάλο , τον πάει σπίτι του και τον βάζει στο σαλόνι και του λέει :
- Όταν θα γυρίσω θα μου πεις τι έκανε η γυναίκα μου όσο έλειπα . Φεύγει λοιπόν για το ταξίδι του . Μετά από λίγες μέρες που γυρνάει , ρωτά τον παπαγάλο :
- Για πες μου τι έγινε και τι έκανε η γυναίκα μου όσο έλειπα ; - Αντρας μελαχρινός μπήκε μέσα στο σπίτι . - Ναι και μετά και μετά . - Αντρας γυναίκα σου σαλόνι κάθισαν . - Ναι και μετά και μετά . - Μετά φιλάκια έδιναν ! - Μετά ; - Μετά ρούχα έβγαζαν ! - Μετά ; - Κρεβατοκάμαρα πήγαν ! - Μετά ( εκνευρισμένος πια ) . - Μετά μου σηκώθηκε και έπεσα .
Μπαίνει ένας παππούς στο Super Market και ζητά από τον πωλητή μια φέτα καρπούζι!
- Μα, του λέει ο πωλητής, παππού δεν γίνεται να σου δώσω μόνο μία φέτα. Πρέπει να το πάρεις ολόκληρο.
- Και τι να το κάνω; Εγώ θέλω μόνο μία φέτα.
- Μα σας εξήγησα ήδη ότι κάτι τέτοιο δεν γίνεται.
- Όχι εγώ θέλω μόνο μία φέτα. Να μου τη δώσεις αμέσως.
Με τα πολλά ο πωλητής εκνευρίζεται και πάει στον διευθυντή.
- Κύριε διευθυντά είναι έξω ένας σκατόγερος και ζητάει επίμονα μία φέτα καρπούζι αντί ολόκληρο.
Ξαφνικά βλέπει το διευθυντή να του κάνει νόημα και καταλαβαίνει ότι πίσω του είναι ο παππούς.
Καρπούζι και πολύ ευχαρίστως να τον εξυπηρετήσουμε τέτοιον καλό πελάτη και αξιότιμο κύριο
Ευχαριστημένος ο παππούς παίρνει τη φέτα του και φεύγει.
- Μπράβο βρε παιδί μου, λέει ο διευθυντής. Πώς το χειρίστηκες έτσι το θέμα! Πού ήσουν τόσο καιρό; Θα εισηγηθώ να πάρεις προαγωγή. Από που είπαμε ότι είσαι;
- Κύριε διευθυντή δεν θα το ξέρετε έτσι κι αλλιώς.
- Πες μου παιδί μου.
- Ένα κωλοχώρι είναι. Βγάζει μόνο πουτάνες και ποδοσφαιριστές.
- Ε, ναι ποιο είναι;
- Κωλοπετεινίτσα το λένε.
- ΑΑΑ από εκεί είναι η γυναίκα μου.
- Σοβαρά; Και σε ποια ομάδα παίζει;
Κατεβαίνει μια μέρα ένας Βλάχος στην Αθήνα και μπαίνει μέσα σ` ένα φαρμακείο. Αφού περίμενε στην ουρά για αρκετή ώρα, κάποια στιγμή πλησιάζει την υπάλληλο και της λέει:
- "Θέλω λίγη βαζελίνη για τον πο**σο μου."
- "Τίίί; Δε ντρέπεσαι;", του φωνάζει η υπάλληλος, "τι πράγματα είναι αυτά;". Φωνές, κακό, ο κόσμος κοίταγε... Κατεβαίνει και ο φαρμακοποιός απ` το πατάρι, ακούγοντας τις φωνές, και ρωτάει τι συμβαίνει. Του εξηγεί η υπάλληλος το τι έχει συμβεί, οπότε πιάνει τον βλάχο, ο φαρμακοποιός και του λέει:
- "Αυτά τα πράγματα δεν τα λένε έτσι ωμά."
- "Και πως να το πω;", λέει ο Βλάχος. - "Θα πεις: θέλω λίγην λεπτήν ουσίαν δια λεπτήν χρήσην!"
- "Και θα καταλάβει η υπάλληλος;", απαντά ο Βλάχος. - "Βεβαίως!", του λέει ο φαρμακοποιός, "γι` αυτό είναι εκπαιδευμένη." Πάει λοιπόν πάλι ο Βλάχος στη κοπέλα και της λέει:
- "Θέλω λίγη λεπτήν ουσίαν δια λεπτήν χρήσην."
- "Βεβαίως κύριε, πόσο να σας βάλω;" O Βλάχος σκέφτεται λίγο και απαντάει:
- "Βάλε για καμιά δεκαριά γαμ**ια!"
Ήρθε μια φορά ο Αμερικανικός στόλος στο λιμάνι του Πειραιά. Οι ναύτες είχαν μήνες να πηδήξουν και επειδή ο καπετάνιος ήταν μισογύνης αποφάσισαν να πιάσουν έναν περαστικό άντρα και να τον γαμήσουν. Για να μην ακούγονται όμως οι φωνές του θα πατούσαν την σειρήνα του πλοίου.
Ένας κακόμοιρος χωρικός έβγαινε από ένα καραβάκι και τότε οι ναύτες τον έπιασαν, τον έβαλαν μέσα στο πλοίο και το γαμήσι άρχισε. Τον πήραν όλοι από πίσω, από τα αυτιά και από οπουδήποτε αλλού μπορούσαν. Συγχρόνως, οι σειρήνες του πλοίου ηχούσαν. Μετά από αυτή την τραγική εμπειρία κατατρομαγμένος ο χωρικός μπήκε στο πλοίο και έφυγε κατευθείαν για το χωριό.
Μετά από 20 χρόνια αναγκάστηκε να ξαναπάει στην πρωτεύουσα για δουλειές. Καθώς λοιπόν κατέβαινε από το καράβι άκουσε τις σειρήνες ενός πλοίου και τρέχοντας έντρομος πάνω-κάτω στο λιμάνι φώναζε:
- "Ναύτες γαμάνε χωρικοοοό, ναύτες γαμάνε χωρικοοοό..."
Μια φορά κι έναν καιρό ένας πλοίαρχος ανέλαβε καπετάνιος σ ένα εμπορικό καράβι που έκανε υπερατλαντικά ταξίδια μεγάλης διάρκειας, από κείνα που ξεχνάς να βγεις. Από τις πρώτες μέρες τον διπλάρωσε ο λοστρόμος που τον γραδάρισε για ψιμάρι και άρχισε να τον γλύφει. Αυτό καπετάνιο μου, εκείνο καπετάνιο μου του είχε ψιλοπάρει τον αέρα.
Μετά τις πρώτες 15 μέρες ταξίδι ο καπετάνιος άρχισε να αισθάνεται σεξουαλική πίεση. Φωνάζει λοιπόν τον λοστρόμο και του λέει:
- Δε μου λες ρε φίλε, εδώ πως τη βγάζετε από σουλουμπουκουτσούμ τσιτσιρί; Υπάρχει τίποτα ή να το ξεχάσω;
- Κοίτα να δεις καπετάνιο μου, του απαντά ο λοστρόμος, από θηλυκό δεν υπάρχει ούτε γάτα, οπότε ότι κάνει ο καθένας μόνος του. Αμα θέλεις όμως υπάρχει ένας Κινέζος μάγειρας που ...
- Έλα αηδίες! τον διακόπτει ο καπετάνιος, Και δεν τη τρώω καλύτερα! Ακου Κινέζος μάγειρας!
Έτσι πέρασαν άλλες 15 μέρες. Του καπετάνιου του είχε φτάσει μέχρι τον αφαλό και δεν ήξερε τι να την κάνει. Τι να κάνει λοιπόν, ξαναφωνάζει το λοστρόμο και του λέει εμπιστευτικά.
- Αυτή η ιστορία με το Κινέζο πως γίνεται; Να το βλέπαμε με λίγο πιο ανοιχτό μυαλό το θέμα γιατί τραβάω μεγάλο ζόρι.
- Εγώ είμαι εδώ για σένα καπετάνιο μου. Μη σε νοιάζει τίποτα. Θα στα κανονίσω για σήμερα το βράδυ μετά το φαγητό, τον καθησυχάζει με πονηρό ύφος ο παλιός ναυτικός.
- Ναι αλλά κοίτα να δεις, θέλω αυστηρή εχεμύθεια, μη γίνω νούμερο στο βαπόρι και μου βγει κανένα όνομα ότι παίρνω από μηδέν! τον προειδοποιεί ανήσυχος ο πλοίαρχος.
- Αλίμονο καπετάνιε μου, παιδιά είμαστε τώρα; Τάφος θα είμαι. Μόνο εμείς οι 7 θα το ξέρουμε! τον ηρεμεί ο μάγειρας.
- Ποιοι 7 μωρέ τι λες, σου σάλεψε;
- Ε πως να καπετάνιο μου: ένας εσύ και ένας εγώ, δύο και ένας ο μάγειρας, τρεις, και τέσσερις που θα τον κρατάνε...
Ο πατέρας "πιάνει" την κόρη του στο κρεβάτι να "παίζει" μ ένα δονητή.
Έξαλλος τη σπάει στο ξύλο, της παίρνει το δονητή και Φεύγει. Η κόρη σπαράζει στο κλάμα για ώρες. Τελικά, κάποια στιγμή, Σηκώνεται να πάει στην κουζίνα. Μπαίνει μέσα και τι να Δει; Ο πατέρας της, με κόκκινα μάτια, κάθεται στο τραπέζι. Μπροστά του Είναι ένα άδειο σχεδόν μπουκάλι ουίσκι, δύο γεμάτα Ποτήρια και ο δονητής. "Πατέρα", τον ρωτάει τρέμοντας, "τι κάνεις εδώ;".
Και ο πατέρας της:
"Τίποτα, μωρέ. Είπα να κάτσω, να Πιω ένα ποτό με το... γαμπρό μου".