Skip to main content
Μια οικογένεια αγόρασε ένα παπαγάλο που μιλάει, από ένα μπουρδέλο σε καλή τιμή. Τον πλησιάζει η μητέρα κι εκείνος λέει:
- "Αλλάξαμε μπουρδέλο, αλλάξαμε και τσατσά."
Τον πλησιάζουν οι κόρες της και ο παπαγάλος λέει:
- "Αλλάξαμε μπουρδέλο, αλλάξαμε τσατσά, αλλάξαμε και πουτάνες."
Πλησιάζει ο γιος της οικογένειας κι εκείνος λέει:
- "Αλλάξαμε μπουρδέλο, αλλάξαμε τσατσά, αλλάξαμε πουτάνες, αλλάξαμε και νταβατζή."
Εκείνη τη στιγμή μπαίνει ο πατέρας και λέει ο παπαγάλος:
- "Αλλάξαμε μπουρδέλο, αλλάξαμε τσατσά, αλλάξαμε πουτάνες,
Αλλάξαμε νταβατζή αλλά ο κύριος Μήτσος παραμένει συχνός πελάτης!"
Κατεβαίνει μια μέρα ένας Βλάχος στην Αθήνα και μπαίνει μέσα σ` ένα φαρμακείο. Αφού περίμενε στην ουρά για αρκετή ώρα, κάποια στιγμή πλησιάζει την υπάλληλο και της λέει:
- "Θέλω λίγη βαζελίνη για τον πο**σο μου."
- "Τίίί; Δε ντρέπεσαι;", του φωνάζει η υπάλληλος, "τι πράγματα είναι αυτά;". Φωνές, κακό, ο κόσμος κοίταγε... Κατεβαίνει και ο φαρμακοποιός απ` το πατάρι, ακούγοντας τις φωνές, και ρωτάει τι συμβαίνει. Του εξηγεί η υπάλληλος το τι έχει συμβεί, οπότε πιάνει τον βλάχο, ο φαρμακοποιός και του λέει:
- "Αυτά τα πράγματα δεν τα λένε έτσι ωμά."
- "Και πως να το πω;", λέει ο Βλάχος. - "Θα πεις: θέλω λίγην λεπτήν ουσίαν δια λεπτήν χρήσην!"
- "Και θα καταλάβει η υπάλληλος;", απαντά ο Βλάχος. - "Βεβαίως!", του λέει ο φαρμακοποιός, "γι` αυτό είναι εκπαιδευμένη." Πάει λοιπόν πάλι ο Βλάχος στη κοπέλα και της λέει:
- "Θέλω λίγη λεπτήν ουσίαν δια λεπτήν χρήσην."
- "Βεβαίως κύριε, πόσο να σας βάλω;" O Βλάχος σκέφτεται λίγο και απαντάει:
- "Βάλε για καμιά δεκαριά γαμ**ια!"
Μια φορά κι έναν καιρό ένας πλοίαρχος ανέλαβε καπετάνιος σ ένα εμπορικό καράβι που έκανε υπερατλαντικά ταξίδια μεγάλης διάρκειας, από κείνα που ξεχνάς να βγεις. Από τις πρώτες μέρες τον διπλάρωσε ο λοστρόμος που τον γραδάρισε για ψιμάρι και άρχισε να τον γλύφει. Αυτό καπετάνιο μου, εκείνο καπετάνιο μου του είχε ψιλοπάρει τον αέρα.
Μετά τις πρώτες 15 μέρες ταξίδι ο καπετάνιος άρχισε να αισθάνεται σεξουαλική πίεση. Φωνάζει λοιπόν τον λοστρόμο και του λέει:
- Δε μου λες ρε φίλε, εδώ πως τη βγάζετε από σουλουμπουκουτσούμ τσιτσιρί; Υπάρχει τίποτα ή να το ξεχάσω;
- Κοίτα να δεις καπετάνιο μου, του απαντά ο λοστρόμος, από θηλυκό δεν υπάρχει ούτε γάτα, οπότε ότι κάνει ο καθένας μόνος του. Αμα θέλεις όμως υπάρχει ένας Κινέζος μάγειρας που ...
- Έλα αηδίες! τον διακόπτει ο καπετάνιος, Και δεν τη τρώω καλύτερα! Ακου Κινέζος μάγειρας!
Έτσι πέρασαν άλλες 15 μέρες. Του καπετάνιου του είχε φτάσει μέχρι τον αφαλό και δεν ήξερε τι να την κάνει. Τι να κάνει λοιπόν, ξαναφωνάζει το λοστρόμο και του λέει εμπιστευτικά.
- Αυτή η ιστορία με το Κινέζο πως γίνεται; Να το βλέπαμε με λίγο πιο ανοιχτό μυαλό το θέμα γιατί τραβάω μεγάλο ζόρι.
- Εγώ είμαι εδώ για σένα καπετάνιο μου. Μη σε νοιάζει τίποτα. Θα στα κανονίσω για σήμερα το βράδυ μετά το φαγητό, τον καθησυχάζει με πονηρό ύφος ο παλιός ναυτικός.
- Ναι αλλά κοίτα να δεις, θέλω αυστηρή εχεμύθεια, μη γίνω νούμερο στο βαπόρι και μου βγει κανένα όνομα ότι παίρνω από μηδέν! τον προειδοποιεί ανήσυχος ο πλοίαρχος.
- Αλίμονο καπετάνιε μου, παιδιά είμαστε τώρα; Τάφος θα είμαι. Μόνο εμείς οι 7 θα το ξέρουμε! τον ηρεμεί ο μάγειρας.
- Ποιοι 7 μωρέ τι λες, σου σάλεψε;
- Ε πως να καπετάνιο μου: ένας εσύ και ένας εγώ, δύο και ένας ο μάγειρας, τρεις, και τέσσερις που θα τον κρατάνε...
Ο πατέρας "πιάνει" την κόρη του στο κρεβάτι να "παίζει" μ ένα δονητή.
Έξαλλος τη σπάει στο ξύλο, της παίρνει το δονητή και Φεύγει. Η κόρη σπαράζει στο κλάμα για ώρες. Τελικά, κάποια στιγμή, Σηκώνεται να πάει στην κουζίνα. Μπαίνει μέσα και τι να Δει; Ο πατέρας της, με κόκκινα μάτια, κάθεται στο τραπέζι. Μπροστά του Είναι ένα άδειο σχεδόν μπουκάλι ουίσκι, δύο γεμάτα Ποτήρια και ο δονητής. "Πατέρα", τον ρωτάει τρέμοντας, "τι κάνεις εδώ;".
Και ο πατέρας της:
"Τίποτα, μωρέ. Είπα να κάτσω, να Πιω ένα ποτό με το... γαμπρό μου".