Κάποτε αποφάσισε να παντρευτεί ο Γιωρίκας και ο φίλος του ο Κωστίκας του λέει:
- Άααα... όλα κι όλα Γιωρίκα, καλή η κοπελιά αλλά πρέπει να είναι παρθένα. Άμα δεν είναι παρθένα να μην το αφήσεις. Μην το δεχτείς γιατί θα ξεφτιλιστείς σε όλο το χωριό. Το βράδυ μετά το γάμο λοιπόν όλο το χωριό περίμενε να δει τι θα γίνει αλλά από το δωμάτιο των νεόνυμφων ούτε τσιμουδιά.
- Θα είναι εντάξει η κοπελιά σκέφτηκαν όλοι οι χωριανοί.
- Tο δεύτερο βράδυ στα ξαφνικά μέσα στη νύχτα βγαίνει ο Γιωρίκας και αρχίζει να φωνάζει και να βρίζει μέσα στους δρόμους του χωριού, μέχρι που ξεσήκωσε όλο το χωριό.
- Τι τρέχει ρε Γιωρίκα, του λέει ο φίλος του ο Κωστίκας.
- Άσε με ρε Κωστίκα την άτιμη, τη βρωμιάρα, θα τη σκοτώσω την παλιοβρόμα, δεν είναι εντάξει!
- Μα καλά ρε Γιωρίκα, του λέει ο Κωστίκας εφόσον δεν ήταν εντάξει γιατί δεν ακούστηκες το πρώτο βράδυ;
- Γιατί το πρώτο βράδυ ήταν παρθένα...
Όλοι οι Βλάχοι της Ελλάδας συγκαλούν συμβούλιο για να δουν πως θα καταφέρουν να γίνουν γνωστοί ανά τον κόσμο :
- Οι Πόντιοι είναι τόσο γνωστοί για τις μαλακίες τους , γιατί να μην είμαστε κι εμείς τόσο γνωστοί ;
- Ναι , πρέπει να κάνουμε κάτι πολύ κουφό που να μας γράψουν και οι Νιου Υορκ Τάιμζ .
- Ναι , αλλά τι ;
Μετά από πολλές προτάσεις ... ( για να μην τα πολυλογώ )
- Να χτίσουμε μια γέφυρα στη μέση της ερήμου Σαχάρα . Είναι πολύ κουφό και σίγουρα θα μαθευτεί .
Συμφώνησαν όλοι για το έργο και άρχισαν να μαζεύουν λεφτά . Μετά από κάνα μήνα είχε κιόλας τελειώσει το έργο και η γέφυρα ήταν έτοιμη για τα αποκαλυπτήρια . Οι Βλάχοι συγκαλούν press conference για να μαθευτεί το " κατόρθωμά " τους και για να κορυφώσουν την αγωνία των δημοσιογράφων , καλύπτουν τη γέφυρα με ένα τεράστιο σεντόνι .
Όταν λοιπόν, έχουν μαζευτεί όλοι οι επίσημοι , τους συγκεντρώνουν όλους μαζί μπροστά από την εξέδρα για τα αποκαλυπτήρια και τους λένε πως πρόκειται να δουν το πιο παλαβό θέαμα του κόσμου . Τραβάνε το σεντόνι και τι βλέπουν ;
Δύο Πόντιους να ψαρεύουν από τη γέφυρα .
Ο Γιωρίκας συναντά στο δρόμο ένα τζίνι που του λέει να κάνει μια ευχή κι αυτό θα την πραγματοποιήσει.
- Θέλω να κατουράω ουίσκι, λέει αυτός.
- Μα είσαι σίγουρος; Μπορείς να ζητήσεις λεφτά, πλούτη ότι θέλεις.
- Όχι εγώ θέλω να κατουράω ουίσκι.
Τι να κάνει το τζίνι, του πραγματοποιεί την ευχή.
Πάει στο σπίτι ο Γιωρίκας, φωνάζει την Σουμέλα:
- Γυναίκα, φέρε φιστίκια και δυο ποτηράκια.
Τα φέρνει παραξενευμένη η Σουμέλα.
- Τι τα θες; τον ρωτάει. Αφού δεν έχουμε ποτά.
- Από σήμερα έχουμε όσο ουίσκι θέλουμε, της λέει αυτός. Και πραγματικά γεμίζει τα ποτήρια ουίσκι. Τσουγκρίζουν, πίνουν ένα, πίνουν δύο, κάνουν κέφι... Κάνουν κι ένα παιχνιδάκι.
Το άλλο βράδυ τα ίδια.
- Γυναίκα, φέρε φιστικιά και δυο ποτηράκια.
Κι έτσι περνούσαν τα βράδια τους. Ένα βράδυ όμως το σκηνικό άλλαξε.
- Γυναίκα, φέρε φιστικιά κι ένα ποτηράκι.
- Ένα, γιατί ένα;
- Εσύ σήμερα θα πιεις απ το μπουκάλι.
Βλέπει ο Γιωρίκας μια μέρα τον Κωστίκα με μια καινούρια κουρσάρα.
- Που την βρήκες αυτή ρε; τον ρωτάει ο Γιωρίκας.
- Να, πήγα σε έναν διαγωνισμό απάντησα σε κάτι ερωτήσεις και την κέρδισα! του απαντάει ο Κωστίκας.
- Θα πάω κι εγώ. σκέφτεται ο Κωστίκας
Πιάνει διαβάζει βιβλία εγκυκλοπαίδειες.. τα πάντα.
Πάει στον διαγωνισμό περνάει τους προκριματικούς φθάνει στον τελικό...
Η επιτροπή όμως του λέει:
- Αποφασίσαμε αυτή τη φορά να αλλάξουμε τους όρους του διαγωνισμού.. Εμείς θα σου λέμε μια λέξη κι εσύ θα μας λες το αντίθετο.
Τι να κάνει ο Γιωρίκας δέχεται...
- Μαύρο! του λέει η επιτροπή.
- Aσπρο απαντάει αυτός.
- Μπράβο κέρδισες το ποδήλατο! Πάμε στην επόμενη ερώτηση.
- Τρέχω! του λέει η επιτροπή.
- Στέκομαι! απαντάει.
- Μπράβο κέρδισες το μηχανάκι! Πάμε τώρα στην τελευταία ερώτηση για το αμάξι.. πρόσεχε καλά!
- Αρνιόμουνα!
- Αμάν! τι θα κάνω τώρα; ποίο είναι το αντίθετο ρε γαμώτο; Σκέφτεται ο Γιωρίκας...
- Τραγόπουτσες! απαντάει!