Ήταν κάποτε ένας Πόντιος, ένας μαύρος και ένας Κινέζος... Ήταν άνεργοι και έψαχναν για δουλειά. Βλέπουν μια πινακίδα:
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΒΟΗΘΟΣ ! Πάει να δοκιμάσει ο μαύρος την τύχη του. Το αφεντικό εν τω μεταξύ ήταν ρατσιστής, όποτε τον πετάει έξω με τις κλοτσιές... Πάει ο Κινέζος, αλλά και αυτός φεύγει απογοητευμένος για τον ίδιο λόγο. Πάει και ο Πόντιος τον βλέπει το αφεντικό, τον κοιτάει καλά καλά και του λέει με ένα σίγουρο ύφος:
- Προσλαμβανεσαι!
Και του λέει ακόμα ότι θα αρχίσει δουλειά αύριο στις 7 το πρωί... Βγαίνει έξω από το μαγαζί ο Πόντιος και λέει στον Κινέζο (που μένανε στο ίδιο δωμάτιο) να τον ξυπνήσει αύριο στις 7 παρά τέταρτο για να έρθει να πιάσει δουλειά. Ο Κινέζος λέει εντάξει, αλλά από μέσα του λέει ότι δεν πρόκειται.
Το πρωί ο Κινέζος βάφει τον Πόντιο με μαύρη μπόγια και ο Πόντιος είναι ολόιδιος ο μαύρος. Ύστερα τον ξυπνάει στις 7 παρά πέντε. Ο Πόντιος αφού κατεβάζει Χριστοπαναγιές τρέχει να προλάβει. Στις 7 ήταν εκεί. Με το που τον βλέπει το αφεντικό (ο ρατσιστής) τον πετάει έξω επειδή νόμιζε ότι ήταν ΠΑΛΙ ο μαύρος. Κοιτάζεται ο Πόντιος στον καθρέφτη και συλλογίζεται:
- Βρε το βλάκα τον Κινέζο... Τον μαύρο πήγε και ξύπνησε!
Την εποχή που ο Σημίτης ήταν πρωθυπουργός και επικρατούσε η ανεργία ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας ήταν άνεργοι. Έτσι αποφάσισαν να πάνε στη Γερμανία. Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα.
Κωστίκας:
"Αφού δε ξέρουμε γερμανικά πως θα πάμε στη Γερμανία ρε Γιωρίκα;
Γιωρίκας:
"Εγώ τα μαθαίνω γρήγορα τα γερμανικά μη στεναχωριέσαι."
Έτσι πήγαν στη Γερμανία. Εκεί με τα χίλια ζόρια τελικά βρήκαν δουλειά. Πέρασε η μέρα και λογικό ήταν να πεινάσουν. Έτσι πήγαν σε ένα εστιατόριο. Όμως δεν ξέρανε γερμανικά.
Κωστίκας:
"Αφού δε ξέρουμε γερμανικά πως θα παραγγείλουμε;"
Γιωρίκας:
"Εγώ τα έμαθα τα γερμανικά μη φοβάσαι."
Έρχεται λοιπόν ο σερβιτόρος και λέει ο Γιωρίκας:
- "Θέλω ένα πατατόφ, ένα μπιφτεκόφ, ένα μπριζολόφ και ένα σουβλακόφ."
Τα γράφει λοιπόν ο σερβιτόρος. Περνάει λίγη ώρα και τα φέρνει… λέει λοιπόν ο Κωστίκας:
- "Μπράβο ρε Γιωρίκα όντως τα έμαθες τα γερμανικά."
Και τότε γυρνάει ο σερβιτόρος και λέει:
- "Αν δεν ήμουνα ελληνόφ θα τρώγατε σκατατόφ!"
Ναυαγούν σε ένα ερημικό νησί ένα ζευγάρι ποντίων κι ένας εργένης.
Οι άντρες αποφασίζουν να μοιραστούν τις δύο βασικότερες δουλειές ως εξής : ο ένας να ψαρεύει την ώρα που ο άλλος θα είναι ανεβασμένος στο μοναδικό δέντρο, παρακολουθώντας για παραπλέοντα σκάφη. Ο εργένης προθυμοποιείται να ανέβει πρώτος στο δέντρο. Μόλις ανεβαίνει, κοιτάει από πάνω και φωνάζει :
"Μα ειναι δυνατον να το κανετε μπροστα μου;"
. Ο πόντιος του απαντάει απορημένος :
"Μα δεν το κάνουμε, εγώ ψαρεύω."
Μετά όμως από λίγο ξαναφωνάζει ο εργένης :
"Μα καλα, δεν ντρεπεστε;".
"Μα εγώ ψαρεύω" ξαναλέει ο πόντιος, που όντως ψάρευε. Μερικές ώρες αργότερα οι δύο άντρες αλλάζουν πόστα και ο εργένης βάζει τη γυναίκα του πόντιου κάτω και επιδίδεται σε ανείπωτες δραστηριότητες. Ο πόντιος που το βλέπει πάνω από το δέντρο σκέφτεται "Κοίτα να δεις βρε παιδί μου, από εδώ πάνω όντως φαίνεται σαν να το κάνουνε..."
Μια μέρα ένας άνδρας μπαίνει σε ένα πολυκατάστημα. Τον ρωτάει λοιπόν ο υπάλληλος του πολυκαταστήματος:
- "Τι θέλετε;"
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ.".
Απορημένος ο υπάλληλος φωνάζει τον αρχιπωλητή να δει τι θέλει ο άντρας. Έρχεται λοιπόν και ο αρχιπωλητής και ρωτάει τον άντρα:
- "Τι θέλετε", τότε αυτός απαντάει:
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ."
Τι να κάνει ο αρχιπωλητής φωνάζει το διευθυντή καθώς σκέφτηκε δε μπορεί να φύγει πελάτης δυσαρεστημένος. Έρχεται και ο διευθυντής και ρωτάει:
- "Τι θέλετε κύριε;"
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ"
Τότε αποφάσισαν να πάρουν τηλέφωνο το διευθυντή στη Βοστόνη. Τηλεφωνικά ο διευθυντής ρωτάει τον άντρα:
- "Μα τι ακριβώς θέλετε"
Αυτός όπως όπως πάντα απαντάει:
- "Μα σας είπα πως θέλω ένα ρουμπουντούμ."
Ούτε και ο διευθυντής στη Βοστόνη κατάλαβε τι είναι το ρουμπουντούμ και τότε έρχεται ο Κωστίκας που δούλευε στην αποθήκη του καταστήματος και του λέει ο αρχιπωλητής:
- "Έλα ρε Κωστίκα μπας και καταλάβεις τι θέλει αυτός."
Ρωτάει τότε και ο Κωστίκας και του λέει ο άντρας:
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ."
Τότε ο Κωστίκας τρέχει στην αποθήκη και επιστρέφει με ένα πακέτο το δίνει στον άντρα και αυτός ευχαριστημένος πληρώνει και φεύγει. Τότε όλοι μαζί ρωτούν τον Κωστίκα:
- "Τι ήθελε τελικά", και ο Κωστίκας απαντά ατάραχα:
- "Α! ένα ρουμπουντούμ", και φεύγει.
Δύο πόντιοι κάνουν βόλτα και βλέπουν πάνω σε μια γέφυρα δύο να ψαρεύουν.
Ο ένας κρατούσε τον άλλο από τα πόδια, ο οποίος κρεμόταν από τη γέφυρα στο ποτάμι και με μια απόχη έβγαζε ένα ψάρι σε κάθε του προσπάθεια!
Αυτό τους έκανε μεγάλη εντύπωση και λέει ο ένας στον άλλο:
- "Ρε συ!"
- "Αυτή είναι δουλειά!"
- "Τι χρειαζόμαστε παρά μια απόχη;"
Πάνε λοιπόν αγοράζουν μια απόχη, βρίσκουν μια γέφυρα παρακάτω και ξεκινούν.
Πιάνει ο ένας τον άλλο απο τα πόδια, τον κρατάει ανάποδα και αυτός αρχίζει να ψαρεύει με την απόχη.
Στη μισή ώρα ο πάνω ρωτάει:
- "Τι γίνεται ρε;"
- "Τίποτα."
Στη μία ώρα τα ίδια.
- "Τι γίνεται ρε;"
- "Τίποτα."
Οπότε σε κάποια στιγμή αυτός που ψάρευε άρχισε να φωνάζει.
- "Τραβα ρεεε!"
- "Τι έγινε, έπιασες τίποτα;"
- "Τραβα με σου λεω ρεεεε!"
- "Καλά ρε πως κάνεις έτσι;"
- "Τραβα ρε και ερχεται το τρενοοο!".