Νέος μετανάστης στο Αμέρικα ο Μητσάρας, τον πήγε ο παλιός του φίλος Κίτσος να παρακολουθήσουν έναν αγώνα ράγκμπι.
Στο ημίχρονο λοιπόν, αντί τις καθιερωμένες Μαζορέτες βγάλανε έναν γάιδαρο στο κέντρο του γηπέδου και ακούνε τον σπήκερ να λέει:(ΕΔΩ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΛΙΓΟ ΒΑΡΙΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΡΟΦΟΡΑ)- Όποιος καταφέρει και κάνει τον γάιδαρο να γελάσει έχει 1.000.000 $. Μούγκα στο Στάδιο, μα ο Μητσάρας ρωτάει σιγά τον Κίτσο:
- Δηλαδίς άμα τουν κάνου να γιλάς τουν γαϊδάρου του πέρνου του ικατουμύριου;-Γκόου-γκόου Μητσάρα και κουίκλι μάλιστα, λέει ο Κίτσος. Κατεβαίνει λοιπόν ο Μητσάρας ξαναμούγκα όλο το Στάδιο. Κάτι λέει ο Μητσάρας στο αυτί του γαϊδάρου και βάζει κάτι γέλια βρε παιδιά αυτός άλλο να σας λέω και άλλο να τον ακούγατε. Παλαμάκια χειροκροτήματα, ο κόσμος (ΧΑΜΟΣ!). Kαι το κονόμι-κονόμι, για τον Μητσάρα. Αφού λοιπόν τσίμπησε την επιταγή, ακούει ξανά από τα μεγάφωνα να λέει πάλι ο σπήκερ.- Τώρα όποιος καταφέρει και κάνει τον γάιδαρο να κλάψει έχει άλλο 1.000.000 $.-ΞΑΝΑΜΟΥΓΚΑ ΟΛΟ ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ.- Μπορώ να ξαναπάω εγώ ρωτάει πάλι ο Μητσάρας;- Βεβαίως του λέει ο σπήκερ. Αυτή τη φορά λοιπόν κάτι δείχνει ο Μητσάρας στον γάιδαρο, ΚΑΙ... Ο ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ, Βάζει κάτι κλάματα αυτός που πότισε σχεδόν όλο το γκαζόν του Σταδίου. Πάει να πάρει και την άλλη επιταγή λοιπόν ο Mητσάρας, όμως αυτή τη φορά του λέει ο σπήκερ. Ω! Μαϊ φρεντ όλα καλά, αλλά για να πάρεις και αυτό το τσεκ, πρέπει να μας εξηγήσεις πρώτα τι είπες στο γάιδαρο και τον έκανες να ξεσκιστεί στα γέλια.- Είναι πολύ απλό εξηγεί ο Mητσάρας. Tου ψιθύρισα στο αυτί, ότι την έχω μεγαλύτερη από αυτόν…. Γέλια, φωνές, παλαμάκια χαμός στο ακροατήριο.- Ω! Πολύ ωραίο και πολύ έξυπνο, γκρατσιλέισιον (μην γελάτε και πολύ με τα Αγγλικά μου, μέχρι αυτού φτάνουν οι γνώσεις μου ) του λέει ο σπήκερ.- Τώρα όμως θα μας πεις και πώς τον έκανες να κλάψει τόσο πολύ..!- απλά του την ΈΔΕΙΞΑ.!
Ένας πατέρας θέλει να στείλει το παιδί του στον πολιτισμό μιας και στο χωριό του όλοι είναι πολύ πίσω, του λέει λοιπόν ο πατέρας:
- Παιδί μου, θα ακολουθήσεις αυτά τα δύο σίδερα (γραμμες τραίνου) και στην πρώτη πόλη που θα βρεις θα δεις μία εκκλησία, ακριβώς δίπλα μένει η θεία σου.
Το παιδί λοιπόν ξεκινάει και μόλις μπαίνει στο πρώτο τούνελ ακούγεται "ΤΣΑΦ, ΤΣΟΥΦ, ΤΣΑΦ, ΤΣΟΥΦ" και ξαφνικά γυρίζει πίσω και βλέπει ένα τεράστιο φως να έρχεται κατά πάνω του.
Πηδάει μετά δυσκολίας στην άκρη με τρεις πιρουέτες και δύο κωλοτούμπες και τη γλιτώνει.
Στο δεύτερο τούνελ πάλι το ίδιο!
Φτάνει στην πόλη, βλέπει την εκκλησία, και βρίσκει την θεία του.
Μετά το καλωσόρισμα προσφέρεται η θεία του να του φτιάξει ένα φλυτζάνι και βάζει την τσαγιέρα στο μάτι.
Η τσαγιέρα μετά από λίγο αρχίζει να κάνει "τσαφ, τσουφ, τσαφ, τσούφ" και το παιδί ορμά στην τσαγιέρα και αρχίζει να την κοπανάει με μία καρέκλα.
- Μα τι κάνεις, παιδί μου;! ρωτά η θεία του.
- Αυτά, θεία, να τα σκοτώνεις από μικρά γιατί άμα μεγαλώσουν την έχεις κάτσει...