Οι φουσκάλες!
Ήταν ένας Άγγλος, ένας Γερμανός και ένας Πόντιος που πέθαναν την ίδια μέρα και συναντιούνται με τον Άγιο Πέτρο για να τους δείξει τον δρόμο για τον παράδεισο:
- Λοιπόν παιδιά μου θα πάρετε ίσια αυτό τον δρόμο που είναι γεμάτος φουσκάλες. ΠΡΟΣΟΧΗ! Αν πατήσετε έστω και μία φουσκάλα θα πραγματοποιηθεί το χειρότερό σας όνειρο.
Ξεκινούν λοιπόν και οι 3 για τον παράδεισο. Στον δρόμο βλέπει ο Γερμανός και ο Πόντιος τον Άγγλο να το κάνει με μια γριά 100 χρονών.
- Τον καημένο θα πάτησε φουσκάλα! λέει ο Πόντιος.
Μετά από λίγο βλέπει ο Άγγλος και ο Πόντιος το Γερμανό να το κάνει με μια γριά 100 χρονών.
- Τον καημένο θα πάτησε φουσκάλα! λέει πάλι ο Πόντιος. Και συνεχίζουν την πορεία τους.
Μετά από λίγο βλέπει ο Άγγλος και ο Γερμανός τον Πόντιο να το κάνει με την Pamela!
- Τον κωλόφαρδο! λέει ο Γερμανός.
- Τι έγινε ρε Pamela; ρωτάει ο Άγγλος.
- Άσε ρε πάτησα φουσκάλα.
Μπαίνει κάποιος στο μπαρ και παραγγέλνει μία μπύρα. Την πίνει, ανεβαίνει στο μπαρ, κατεβάζει τα παντελόνια του, και κατουράει γύρω γύρω.
Φρικάρει ο μπάρμαν:
- Βρωμιάρικο, αηδιαστικό γουρούνι! Πώς τολμάς να έρχεσαι στο μπαρ μου και να κατουράς! Θα σε σπάσω στο ξύλο!
Ο άνδρας αρχίζει να κλαίει.
- Συγνώμη! Έχει καταστρέψει την ζωή μου. Δεν μπορώ να κοιμηθώ, δεν μπορώ να φάω... Το κάνω κάθε φορά που πίνω ένα ποτό. Έχω πεθάνει από την αγωνία. Σε παρακαλώ, μην με χτυπήσεις!
Τον λυπάται ο μπάρμαν.
- Κοίτα, έχω έναν αδερφό που είναι ψυχίατρος. Πάρε την κάρτα του, και πήγαινε να τον δείς κάποια φορά.
Ο άνδρας αγκαλιάζει την μπάρμαν, του σφίγγει το χέρι και λέει πεντακοσια ευχαριστώ.
Σε έξι μήνες, ο άνδρας ξαναπηγαίνει πίσω στο μπαρ, και παραγγέλνει ένα ποτό:
- Ορίστε, λέει ο μπάρμαν. Καλά, εσύ δεν είσαι που...
- Ναι, εγώ είμαι. Πήγα και τον αδερφό σου. Είναι φανταστικός ψυχίατρος. Είμαι τελείως θεραπευμένος.
- Αυτό είναι θαυμάσιο. Η μπύρα κερασμένη.
Πίνει ο άνδρας την μπύρα, σκαρφαλώνει στο μπαρ, κατεβάζει τα παντελόνια και αρχίζει να κατουράει τριγύρω!
- Μαλάκα! Νόμιζα ότι είπες ότι θεραπεύτηκες!
- Θεραπεύτηκα! Δεν με πειράζει πιά!
Kαλό παιδί αλλά κομμάτι χαζούλης ήτανε ο φίλος μας ο Ιβάν.
Ζούσε στη μακρινή Ρωσία την εποχή του Τσάρου και όπως όλα τα παιδιά αυτής της κατηγορίας μοστράριζε και για περιζήτητος γαμπρός. Κούκλα ήτανε η αρραβωνιαστικιά του και φυσικά παρθένα. Αυτά βέβαια γινόντουσαν την εποχή του Τσάρου. Τώρα που Τσάρος πια; Ορίσανε και το γάμο τους και ήτανε όλο γέλια και χαρές.
Την ευτυχία τους ήλθε να χαλάσει ο κακός δράκος που λυμαινότανε την περιοχή τη μακρινή εκείνη εποχή. Κάτι σαν τη ΣΔΟΕ τη σημερινή ήτανε ο φόβος και ο τρόμος. Ξέρετε από εκείνα τα τέρατα με τρία κεφάλια και μεγάλα φτερά. Την παραμονή του γάμου βρίσκει τον Ιβάν και του λέει σταράτα:
- Τι μαθαίνω Ιβάν; Παντρεύεσαι ε; Όπως θα ξέρεις όλες τις παρθένες πρώτα τις δοκιμάζω εγώ για να τις εγκρίνω και μετά ο γαμπρός. Λοιπόν κι εσύ σαν πιστός και καλός υπήκοος θα μου φέρεις το βράδυ την αρραβωνιαστικιά σου στο χαμάμ να την εγκρίνω. Και μη την βρω ξεπαρθενεμένη, σ έφαγα κακομοίρη μου.
Αυτά είπε ο δράκος και ο άμοιρος ο Ιβάν έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Δε μιλιότανε όλη μέρα. Πως θα το έλεγε στην καλή του; Θα του την πή***γε ο δράκος και αυτός θα την έπαιρνε δεύτερο χέρι; Ήτανε να πέσει να πεθάνει. Πάνω στην απελπισία του και για καλή του τύχη, να σου τρία χτισμένα παλικάρια ντερέκια μέχρι εκεί πάνω.
- Τι έχεις βρε Ιβάν και είσαι σα θλιμμένη Μεγάλη Παρασκευή; του λέει το ένα παλικάρι. (Ως γνωστόν στη Ρωσία την εποχή του Τσάρου ήτανε όλοι Χριστιανοί Ορθόδοξοι)
- Τι να έχω μωρέ παιδιά; Να έτσι κι έτσι. Ο δράκος με τα τρία κεφάλια θέλει να του πάω την αρραβωνιαστικιά μου στο χαμάμ το βράδυ για τα περαιτέρω και είμαι να σκάσω.
- Και γι αυτό στεναχωριέσαι βρε χαζέ; Aστο πάνω μας το θέμα. Εσύ κάτσε σπιτάκι σου με την αρραβωνιαστικιά σου και εμείς θα το τακτοποιήσουμε το ζήτημα, του είπανε τα παλικάρια με ένα χαμόγελο γεμάτο αυτοπεποίθηση, σαν υποψήφιου πολιτικού σε προεκλογικό talk show.
Ανακουφισμένος ο Ιβάν την έστησε από νωρίς έξω από το χαμάμ κρυμμένος πίσω από κάτι θάμνους και είδε το δράκο να μπαίνει σηκώνοντας κουρνιαχτό με τις φτερούγες του και μετά από λίγο καπάκι και τα τρία παλικάρια. Περίμενε κι αυτός με αγωνία να δει τι θα γίνει.
Οι ώρες όμως περνάγανε και ούτε φωνή ούτε ακρόαση από το χαμάμ. Τον Ιβάν τον είχανε ζώσει τα φίδια και είχε αρχίσει να μουδιάζει άσχημα ζαρωμένος πίσω από το θάμνο όπως ήτανε. Πάνω στο τρίωρο λοιπόν πήρε τη θαρραλέα απόφαση και ξετσούμισε. Aνοιξε την πόρτα του χαμάμ δειλά δειλά και βρέθηκε μπροστά στο εξής θέαμα:
Το ένα το παλικάρι είχε ακινητοποιήσει το δράκο και του κράταγε τα τρία κεφάλια, το δεύτερο κάτω από τις μασχάλες και το τρίτο ανάμεσα στα σκέλια του. Το δεύτερο παλικάρι τον πηδ**σε από πίσω και το τρίτο είχε σκύψει πίσω από το πρώτο, χάιδευε το μεσαίο κεφάλι του δράκου και του έλεγε με συμπονετική φωνή:
- Είδες μαλ*κα μου; Ενώ αν είχες ένα κεφάλι και τρεις κ*λους θα είχαμε τελειώσει προ πολλού και τώρα θα ήσουνα σπιτάκι σου.
Ήταν μια φορά ένας άντρας .
Ήταν περίοδο Χριστουγέννων και το αφεντικό του έδωσε δώρο 600000 χιλιάδες αυτός πηγαίνοντας σπίτι όλο χαρά παρασύρθηκε από κάτι φίλους του και πήγε έπαιξε φρουτακια . Παίζει αρχικά 50000 χιλιάδες . Μετά από λίγο συμπληρώνει άλλες 50000 έτσι σιγά σιγά έφαγε όλα του τα λεφτά . Ο φουκαράς αφού σκέφτηκε πως αν πήγαινε στο σπίτι και έλεγε όλα αυτά στη γυναίκα του αυτή θα τον έδιωχνε . Τη στιγμή που σκεφτόταν αυτά τον είδε ένας ψεύτικος Aγιος Βασίλης και τον φώναξε να πάει κοντά του αφού αυτός του είπε τι έγινε ο Aγιος Βασίλης σκέφτηκε πονηρά λέγοντας τον αν μου πάρεις ένα τσιμπ**κι θα σου δώσω πίσω τα λεφτά σου αφού ο άντρας το σκέφτηκε καλά τελικά του πήρε ένα τσιμπ**κι μόλις τελείωσε όλο χαρά του ζήτησε τα λεφτά και γυρνάει και του λέει τότε ο Aγιος Βασίλης " καλά πιστεύεις ακόμα στον Αι Βασίλη ; "
Πάει ένας νέος στον ιερέα για εξομολόγηση.
Οπότε, τον ρωτάει ο παπάς.
- Τέκνον μου, τι αμαρτίες έκανες;
- Ε, να, του λέει, προχθές το βράδυ, ψιλόβρεχε και είχα πάει στο σπίτι της θειας μου ε, και όπως καθόμασταν εκεί... το κάναμε...
Έξαλλος ο παπάς του λέει.
- Το κάνατε; Αυτό είναι μεγάλη αμαρτία... Κάνε 40 μετάνοιες και κάνε 5 μέρες νηστεία και ο Θεός θα σε συγχωρέσει...
Μετά από μια εβδομάδα, ξαναέρχεται ο ίδιος νέος στον παπα.
Οπότε, τον ρωτάει ο παπάς.
- Τέκνον μου, τι αμαρτίες έκανες;
- Ε, να, του λέει, προχθές το βράδυ, ψιλόβρεχε και είχα πάει στο σπίτι της αδερφής μου ε, και όπως καθόμασταν εκεί... το κάναμε...
Έξαλλος ο παπάς του λέει:
- Το κάνατε; Αυτό είναι τεράστια αμαρτία... κάνε 100 μετάνοιες και κάνε 10 μέρες νηστεία και ίσως ο Θεός θα σε συγχωρέσει!
Μετά από μια εβδομάδα, ξαναέρχεται ο ίδιος νέος στον παπα.
Οπότε, τον ρωτάει ο παπάς:
- Τέκνον μου, τι αμαρτίες έκανες πάλι;
- Ε, να, του λέει, προχθές το βράδυ, ψιλόβρεχε και είχα πάει στο σπίτι της μάνας μου ε, και όπως καθόμασταν εκεί... το κάναμε...
Εκεί ο παπάς τρελαίνεται και του λέει:
- Ακου παιδί μου... αυτό είναι ασυγχώρητη αμαρτία, αδύνατον να σε συγχωρέσει ο Θεός!
- Έλα βρε πάτερ, κάτι θα βρεις εσύ...
- Μα δεν γίνεται τίποτα σου λέω, η αμαρτία σου είναι τόσο μεγάλη που δεν συγχωρείται με τίποτα!
- Πάτερ... πρόσεχε γιατί έξω ψιλοβρέχει...
Ήταν μια φορά ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας και είχαν πάει διακοπές σε ένα όμορφο νησί.
Όταν πήγαν στην παραλία όλες οι γυναίκες πήγαιναν και μιλάγαν στον Γιωρίκα ενώ στον Κωστίκα καμία.
Ο Κωστίκας είχε παρεξενευτεί που όλες οι γκόμενες πήγαιναν στον Γιωρίκα.
Αυτό συνεχίζονταν και τις επόμενες ημέρες μέχρις ότου ο Κωστίκας αποφάσισε να ρωτήσει τον Γιωρίκα τι κάνει και προσελκύει όλες τις γκόμενες!
- Α, δεν είναι δύσκολο, είπε ο Γιωρίκας. Βάλε απλά μία πατάτα μέσα στο μαγιό σου.
Πράγματι, την επόμενη μέρα ο Κωστίκας έβαλε μια πατάτα στο μαγιο. Όμως πάλι καμία γκόμενα δεν πήγε στον Κωστίκα, αλλά όλες πήγαν πάλι στο Γιωρίκα.
- Καλά, με κορόιδεψες; Βλακεία συμβουλή ήταν αυτή που μου έδωσες! λέει ο Κωστίκας.
Αρχισε να γελά ο Γιωρίκας.
- Όχι, η συμβουλή ήταν καλή. Απλά αύριο την πατάτα βάλτην στο μπροστινό μέρος του μαγιό, όχι στο πίσω!