Τί ώρα να'ναι άραγε;...
Ήταν μιά φορά ένας τουρίστας και είχε πάει για διακοπές στο Μεξικό. Περπατούσε λοιπόν σε μία μικρή περιοχή, σε ενα χωριό και είχε πάει μεσημέρι. Δεν είχε ρολόι επάνω του και επιθυμούσε να μάθει τί ώρα είναι. Κοίταξε λοιπόν τριγύρω και είδε ένα Μεξικάνο να κάθεται κάτω απο ένα τοιχο και να κάνει τη σιέστα του με το σομπρέρο να καλύπτει το κεφάλι του. Μπροστά του ήταν μία αγελάδα και έβοσκε.
Πλησίασε και τον σκούντησε.
- Έ φίλε, μήπως έχεις ώρα; τον ρώτησε.
Ο Μεξικάνος έκανε μπροστά και έπιασε το στήθος τησ αγελάδα2 και το σήκωσε λίγο προς τα πάνω.
- Δύο η ώρα είναι, του απάντησε και ξαναέπεσε πίσω για ύπνο.
Ο τουρίστας τα είχε χαμένα. Πώς το έκανε αυτό άραγε;
Τον ξανασκούντησε και τον ξαναρωτά από περιέργεια.
- Να σου πώ ρε φίλε, πόση ώρα είσαι εδώ;
Ο Μεξικάνος σηκώθηκε πάλι λίγο και σήκωσε το στήθος της αγελάδας που ήταν μπροστά του. Φάνηκε λίγο σκεφτηκός και μετά απάντησε.
- Μία ώρα και κάτι.
Ξαναέπεσε για ύπνο.
Ο τουρίστας περίεργος τον ρώτησε και πάλι αδυνατώντας να καταλάβει τι έκανε.
- Ρε φίλε, να σου πώ, αυτό τώρα πώς το κάνεις; Πιάνεις τα βυζιά της αγελάδας και καταλαβαίνεις την απάντηση;
Και ο Μεξικάνος:
- Όχι ρε, κοιτάζω το ρολόι του χωριού πίσω από εκεί.
Ήταν ένας Κύπριος και πήγε στο φαρμακείο να πάρει τα φάρμακά του. Τον βλέπει ο φαρμακοποιός και τον ρωτάει:
- Τι θέλετε;- Να ειπώ σας, απαντάει με την Κυπριακή προφορά του, θα ήθελα μίαν ασπιρίνην. Πάει ο φαρμακοποιός και θέλοντας να του κάνει πλάκα, του φέρνει μια διαφημιστική ασπιρίνη στο μέγεθος κεφαλιού γραβιέρας. Το βλέπει ο Κύπριος και λέει ξαφνιασμένος:
- Τι είναι τούτον;- Ασπιρίνη, του απαντά ο φαρμακοποιός, εμείς στην Ελλάδα έτσι την έχουμε. Θα θέλατε τίποτε άλλο;- Ναι, απαντάει ο Κύπριος, θα ήθελα και έναν σωληνάριον γκρέμαν. Ξαναπάει ο φαρμακοποιός και γυρνάει με ένα διαφημιστικό σωληνάριο στο ύψος του ψυγείου. Το βλέπει ο Κύπριος και φωνάζει έντρομος:
- Τι είναι τούτον;- Ένα σωληνάριο με κρέμα, απαντά απτόητος ο φαρμακοποιός, εμάς έτσι είναι τα σωληνάρια στην Ελλάδα. Θα θέλατε κάτι άλλο;- Να ειπώ σας, λέει ο Κύπριος, θα ήθελα και έναν υπόθετον, αλλά καλύτερα να πάρων το από την Κύπρον.
Ήταν λοιπόν μια οικογένεια Λαρισαίων .
" Ιέλα , πατέρα . Τα ζα δεν προκάνουν να τρών σα κάτ " και όλο τέτοια .
Μια μέρα λοιπόν κερδίζουν το Λόττο ...
Στο σπίτι είχαν πανηγύρια . Μόλις το έμαθε και ο μικρός της οικογένειας έβαλε τις φωνές από τη χαρά του .
" Ουόρε μάναμ τι έχ να γενεί ... Θ αγουράσ μια κουρσα π είδα ψες σεμπεζάκι . Πατέρα μ τ ακούς ; "
Εδώ επεμβαίνει η μάνα και λέει στο μικρό :
" Κοίτα να δεις , τώρα που έχουμε λεφτά έχουμε ανέβει κοινωνικά και δεν είναι σωστό για την κοινωνική μας θέση να μας φωνάζεις μάνα και πατέρα . Προτιμώ να μας λες mummy και daddy. "
Ηρθε λοιπόν και το καλοκαίρι και ήταν όλη η οικογένεια στον Αστέρα για μπάνιο με τη Mercedes πια , τα πεκινουά και δεν περιγράφεται ... χλιδή .
Παίρνει λοιπόν φόρα ο γιός , βουτάει στη θάλασσα και μετά από καμιά δυο βουτιές φωνάζει στους δικούς του στην παραλία :
" Mummy , Daddy τηράτε με πως πλατσανάω... ! "