Όταν,ύστερα από πολύ δρόμο,ένας εφοριακός μέσα στο δάσος,βρήκε μια Καλύβα,πλησίασε και χτύπησε την πόρτα και άκουσε από μέσα μια παιδική φωνή Να ρωτά: - Ποιος είναι; - Φώναξε τη μητέρα σου μικρέ. - Βγήκε,απάντησε το παιδί. - Τότε μίλησε στον πατέρα σου. - Βγήκε κι αυτός. - Μήπως είναι μέσα ο παππούς σου; - Βγήκε,κύριε,την ώρα που μπήκε η γιαγιά μου. - Τότε φώναξε τη γιαγιά σου. - Μόλις βγήκε κι αυτή. - Μα επιτέλους,τι σπίτι είναι αυτό; - Δεν είναι σπίτι κύριε,ο καμπινές μας είναι
Όταν,ύστερα από πολύ δρόμο,ένας εφοριακός μέσα στο δάσος,βρήκε μια
Καλύβα,πλησίασε και χτύπησε την πόρτα και άκουσε από μέσα μια παιδική φωνή
Να ρωτά:
- Ποιος είναι;
- Φώναξε τη μητέρα σου μικρέ.
- Βγήκε,απάντησε το παιδί.
- Τότε μίλησε στον πατέρα σου.
- Βγήκε κι αυτός.
- Μήπως είναι μέσα ο παππούς σου;
- Βγήκε,κύριε,την ώρα που μπήκε η γιαγιά μου.
- Τότε φώναξε τη γιαγιά σου.
- Μόλις βγήκε κι αυτή.
- Μα επιτέλους,τι σπίτι είναι αυτό;
- Δεν είναι σπίτι κύριε,ο καμπινές μας είναι