Πάει ένας Ιταλός στην Κρήτη και εκεί που προχωρούσε έξω από ένα χωράφι βλέπει μια συκιά. Μια και πεινούσε ανεβαίνει στη συκιά να φάει λίγα σύκα. Περνάει τότε ο Κρητικός που είχε το χωράφι, βλέπει τον Ιταλό πάνω στο δέντρο και του φωνάζει: - Κατέβα μωρέ κουζουλέ από κια(εκεί) πάνω για θα στη μπουμπουνίσω. Ο Ιταλός που δεν καταλάβαινε τι του έλεγε ο Κρητικός συνέχισε να τρώει. Ξαναφωνάζει ο Κρητικός, τίποτα εκείνος. Αυτό συνεχίστηκε λίγο ακόμα, ώσπου μπαρουτιασμένος ο Κρητικός αρπάζει μια πέτρα και την πετάει στο κεφάλι του Ιταλού που πέφτει κάτω και φωνάζει: - AQUA AQUA(νερό νερό)! Τότε του λέει ο Κρητικός: - Αφού AQUES(άκουες) μωρέ γίαντα δε κατέβαινες!
Πάει ένας Ιταλός στην Κρήτη και εκεί που προχωρούσε έξω από ένα χωράφι βλέπει μια συκιά. Μια και πεινούσε ανεβαίνει στη συκιά να φάει λίγα σύκα.
Περνάει τότε ο Κρητικός που είχε το χωράφι, βλέπει τον Ιταλό πάνω στο δέντρο και του φωνάζει:
- Κατέβα μωρέ κουζουλέ από κια(εκεί) πάνω για θα στη μπουμπουνίσω.
Ο Ιταλός που δεν καταλάβαινε τι του έλεγε ο Κρητικός συνέχισε να τρώει. Ξαναφωνάζει ο Κρητικός, τίποτα εκείνος. Αυτό συνεχίστηκε λίγο ακόμα, ώσπου μπαρουτιασμένος ο Κρητικός αρπάζει μια πέτρα και την πετάει στο κεφάλι του Ιταλού που πέφτει κάτω και φωνάζει:
- AQUA AQUA(νερό νερό)!
Τότε του λέει ο Κρητικός:
- Αφού AQUES(άκουες) μωρέ γίαντα δε κατέβαινες!