Ένα κρύο πρωινό του Δεκεμβρίου, μπαίνει ο Ψαραντώνης σ` ένα ταξί να πάει από το Ρέθυμνο στο Ηράκλειο. Στο πίσω κάθισμα κάθονται δυο νεαροί. Στα μέσα της διαδρομής ανάβει ο Ψαραντώνης ένα τσιγάρο και μετά από λίγο ανοίγει και το παράθυρο για να φύγουν τα Ντουμάνια. Το κρύο όμως που έμπαινε μέσα ήταν τσουχτερό. Γυρίζει ο Ψαραντώνης και λέει στους νεαρούς: - Μπρε σεις, εργάτε; (κρυώνετε - Όχι, όχι μπάρμπα. Φοιτητές !
Ένα κρύο πρωινό του Δεκεμβρίου, μπαίνει ο Ψαραντώνης σ` ένα ταξί να πάει από το Ρέθυμνο στο Ηράκλειο.
Στο πίσω κάθισμα κάθονται δυο νεαροί. Στα μέσα της διαδρομής ανάβει ο Ψαραντώνης ένα τσιγάρο και μετά από λίγο ανοίγει και το παράθυρο για να φύγουν τα Ντουμάνια. Το κρύο όμως που έμπαινε μέσα ήταν τσουχτερό. Γυρίζει ο Ψαραντώνης και λέει στους νεαρούς:
- Μπρε σεις, εργάτε; (κρυώνετε
- Όχι, όχι μπάρμπα. Φοιτητές !