Ήταν ένας παπάς στου οποίου την εκκλησία δεν παταγε ψυχή, ούτε καν στη λειτουργία. Τι να κάνει, τι να κάνει ο παπάς, αποφασίζει να βγει στους δρόμους της πόλης με το ράσο και το θυμιατό, για να ψάλλει. Βγήκε λοιπόν στο δρόμο κι έψαλλε. Ο κόσμος τον κοιτούσε απορημένος. Καθώς περπατούσε λοιπόν στο δρόμο περνά έξω από ένα γκέι-μπαρ. Τότε τον βλέπει ένας γκέι και του λέει με τσαχπίνικη φωνή: "Ψιτ, καλέ εσύ με το ριχτό, καλέ σου καίγεται το τσαντάκι..."
Ήταν ένας παπάς στου οποίου την εκκλησία δεν παταγε ψυχή, ούτε καν στη λειτουργία. Τι να κάνει, τι να κάνει ο παπάς, αποφασίζει να βγει στους δρόμους της πόλης με το ράσο και το θυμιατό, για να ψάλλει. Βγήκε λοιπόν στο δρόμο κι έψαλλε.
Ο κόσμος τον κοιτούσε απορημένος.
Καθώς περπατούσε λοιπόν στο δρόμο περνά έξω από ένα γκέι-μπαρ. Τότε τον βλέπει ένας γκέι και του λέει με τσαχπίνικη φωνή:
"Ψιτ, καλέ εσύ με το ριχτό, καλέ σου καίγεται το τσαντάκι..."