Ήταν ένας τύπος που είχε παιδικό όνειρο να μάθει την τέχνη του καουμπόη.
Τελικά το πήρε απόφαση και πήγε στην Αμερική, στο Τέξας να πραγματοποιήσει
Το όνειρό του. Έπιασε δουλειά σε ένα ράντσο και όλα πήγαιναν καλά. Έμαθε και
Τα κόλπα με το λάσσο, τα πιστόλια και όλα τα σχετικά που δείχνουν οι
Ταινίες. Κάποτε, το αφεντικό ήθελε να στείλει μέρος από τις αγελάδες του σ
Έναν γνωστό του σε διπλανή πολιτεία. Βάζει λοιπόν το δικό μας μαζί με δυο
Τρεις άλλους που είχε να συνοδέψουν το κοπάδι. Κει που πήγαιναν, τους
Επιτίθενται οι Ινδιάνοι. Τρεις αυτοί, τριακόσιοι οι Ινδιάνοι, δεν είχαν και
Πολλές επιλογές, το βάζουν στα πόδια κι αρχίζουν να τρέχουν. Μπρος αυτοί,
Πίσω οι Ινδιάνοι, ποιος λογάριαζε τις αγελάδες. Κάποια στιγμή σκοντάφτει ο
Δικός μας, πέφτει κάτω. Έρχεται ένας Ινδιάνος από πάνω του και είναι έτοιμος
Να τον καρφώσει με το κοντάρι. Και το τσεκούρι έτοιμο από δίπλα. "Αχ,
Παναγίτσα μου, σώσε με και θα σου ανάψω λαμπάδα ίσα με το μπόι μου!"
Σταυροκοπιέται αυτός πάνω στην απελπισία του. Σαν το βλέπει αυτό ο Ινδιάνος,
Κοντοστέκεται και του λέει:
"Ρε συ, Έλληνας είσαι; Γιατί δεν το λές τόση
Ώρα;"