Δημοφιλή ανέκδοτα

Η πιο πετυχημένη εγχείρηση!
Τρεις διακεκριμμένοι πλαστικοί χειρούργοι συζητούσαν για τις επιτυχίες τους.
Λέει ο Γερμανός:
- Στο ιατρείο μου ήρθε κάποιος με τεράστια αυτιά σαν γαϊδάρου. Με παρακάλεσε να του τα φτιάξω κανονικά. Τον έβαλα στο χειρουργείο μου και κόψε-ράψε-κόψε-ράψε, του εφτιαξα κανονικά αυτιά.
- Ασε, του λέει ο Γάλλος, σε μένα ήρθε ένας ο οποίος ειχε μια γλώσσα μισό μέτρο και διχαλωτή! Δύσκολη επέμβαση, αλλά κόψε-ράψε-κόψε-ράψε κατάφερα και του έφτιαξα μια κανονική γλώσσα.
Ηρθε η σειρά του Έλληνα ο οποίος είπε:
- Αυτά συνάδελφοι δεν είναι τίποτε. Μία ημέρα ήρθε κάποιος στο ιατρείο μου και μου είπε:
"Γιατρέ, θέλω να κάνεις τα αρχίδια μου όταν περπατάω να σέρνονται στο χώμα".
- Μη μου πείς οτι τα κατάφερες; ρώτησαν με απορία οι άλλοι.
- Ε, κόψε-ραψε-κόψε-ράψε, του έκανα τα πόδια 2 εκατοστά...
Μια μέρα τα παιδιά στο σχολείο μιλούσαν για τους πατεράδες τους.
- Ο πατέρας μου, λέει ο Γιωργάκης όταν ήταν στον στρατό σκότωσε 5 εχθρούς με γυμνά χέρια.
- Ο πατέρας μου, λέει η Ελενίτσα, μία φορά μπήκε σε ένα κτηρίο που καιγόταν για να σώσει ένα παιδάκι!
Μόνο ο Νικολάκης φαινόταν να ντρέπεται.
- Νικολάκη, γιατί δεν λές και εσύ για τον πατέρα σου; τον ρωτά η δασκάλα.
- Γιατί εμένα ο πατέρας μου είναι φοβιτσιάρης!
- Γιατί το λες αυτό παιδί μου;
- Να, φοβάται τόσο πολύ, που όσες φορές λείπει το βράδυ η μάνα μου από το σπίτι, ο πατέρας μου πηγαίνει και κοιμάται δίπλα, στην γειτόνισσα!
Ο φοιτητής Οικονόμου αφού έχει παραδόσει λευκή κόλλα πάει στον καθηγητή του και βάζει το εξής στοίχημα:
- Κύριε καθηγητά, θα σας βάλω ένα πρόβλημα και αν σε 24 ώρες δεν το έχετε λύσει θα με περάσετε με 10 στο μάθημά σας. Ο καθηγητής συμφώνησε και άκουσε το πρόβλημα:
"Τί είναι αυτό που είναι παράλογο και όχι παράνομο;
Τί είναι αυτό που είναι παράνομο αλλά όχι παράλογο;
Τί είναι αυτό που είναι και παράνομο και παράλογο;"
Ο καθηγητής προσπάθησε όλη τη μέρα να βγάλει άκρη και δεν τα κατάφερε. Οπότε όταν εμφανίστηκε στο γραφείο του ο Οικονόμου τράβηξε την κόλλα του και μπροστά του του έβαλε 10. Αφού έφυγε κατευχαριστημένος ο Οικονόμου ο καθηγητής πήγε σκασμένος στο κυλικείο να πιεί έναν καφέ.
Μόλις τον αντίκρυσε χολωμένο ο καφετζής τον ρώτησε τι έχει και μόλις άκουσε την ιστορία του απάντησε:
- Κε καθηγητά, η λύση είναι γνωστή σε όλο το πανεπιστήμιο και είναι η εξής:
Εσείς είστε 60 χρονών και έχετε παντρευτεί μία 22 χρονών. Αυτό είναι παράλογο και όχι παράνομο.
Ο Οικονόμου τα έχει με τη γυναίκα σας. Αυτό είναι παράνομο αλλά όχι παράλογο.
Το γεγονος ότι περάσατε με 10 τον γκόμενο της γυναίκας σας ενώ έδωσε λευκή κόλλα, είναι και παράλογο και παράνομο!
Μπαίνει ένας κύριος μεσα σε ένα pet shop και ρωτάει:
- Πόσο έχει αυτός ο παπαγάλος; - Αυτός ο παπαγάλος κοστίζει 300 ευρώ, του απαντάει ο πωλητής.- 300 ευρώ...; Μα καλά, γιατί τόσο πολύ; ρωτάει απορημένος ο πελάτης.- Ξέρετε κύριε, μπορεί και μιλάει 2 ξένες γλώσσες, λέει ο πωλητής.- Καλά, δεν με ενδιαφέρει, λέει ο πελάτης και δείχνει έναν άλλο πιο πίσω σε ένα κλουβί. Αυτός εκεί πίσω; Πόσο κοστίζει;- Αυτός κοστίζει 600 ευρώ, απαντάει ο πωλητής.
- 600 Ευρώ...! Δεν είναι δυνατόν! - Αυτός κύριε, του λέει ο πωλητής, γνωρίζει 2 ξένες γλώσσες, στενογραφία και κομπιούτερ. Κάγκελο ο πελάτης... Δείχνει έναν παπαγάλο παραπίσω και ρωτάει την τιμή του.- Α, αυτός ο παπαγάλος δεν πωλείται, του απαντάει ο πωλητής.- Γιατί, τι ιδιαίτερο κάνει αυτός; ρωτάει ο πελάτης.
- Δεν ξέρω τι κάνει, αλλά κάθε πρωί που ανοίγω το μαγαζί οι υπόλοιποι παπαγάλοι του λένε:
"Καλημέρα σας, κύριε Καθηγητά"!
Ήτανε μια φορά κι ενα καιρό...
, τρεις πολύ κολλητές κυρίες, η Πόπη, η Λούλα και η Μαργαρίτα, που γνωριζόντουσαν απο μικρά παιδιά και μέχρι τώρα που είχαν περάσει τα 80 διατηρούσαν τη φιλία τους στο ακέραιο! Η δε υγεία τους ηταν μια χαρά για τα χρόνια που κουβαλούσαν στην καμπούρα τους και το μόναδικό πρόβλημα είχε να κάνει με κάποια κρούσματα αμνησίας που είχαν προκύψει τον τελευταίο καιρό. Αλλά κατά τα άλλα, όλα καλά!
Εκείνο λοιπόν το Κυριακάτικο πρωινό αποφάσισαν η Πόπη και η Λούλα να επισκεφτούν την Μαργαρίτα και μια και δυο κίνησαν για το σπίτι της φιλενάδας τους.
Το τι χαρές εκανε η Μαργαρίτα οταν τις είδε δε λέγεται...
- Καλώς τα κορίτσια! (ματς-μούτς-ματς-μουτς!) Τι κάνετε βρέ;
Και αφού έφτιαξε τρεις βαρβάτους καφέδες, άρχισαν όλες μαζί το μπλα-μπλα.
Σε καμιά ωρα λέει η Πόπη:
- Βρε Μαργαρίτα μου, να, με την κουβέντα στέγνωσε το στόμα μου... Μήπως έχεις κάτι να τσιμπήσουμε;
- Βεβαίως-βεβαίως, έχω ετοιμάσει κάτι σάντουιτς μούρλια! Πάω αμέσως να τα φέρω!
Και έτρεξε η Μαργαρίτα αμέσως προς την κουζίνα. Μπαίνοντας όμως μέσα, ξέχασε για ποιο λόγο είχε έρθει και άρχισε να αναρωτιέται.
"Βρε τι μου είπανε να φέρω... Τι μου είπανε... Ε, τι αλλο θα θέλουνε; Μα φυσικά καφέ!"
Και φτιάχνει ξανα-μανά τρεις βαρβάτους καφέδες και τους πάει στα κορίτσια, τους πίνουνε κι αρχίζει πάλι το μπλα-μπλα.
Και νά σου πάλι σε καμμιά ωρα τα ίδια.
- Θα φάμε τίποτα;
- Βεβαίως!
Και "Τι μού πανε να τούς φέρω..."
Και να τρεις καφεδιές!
Ε. αυτή η δουλειά συνεχίζεται μέχρι αργά τη νύχτα, έχουνε πιεί καμιά διακοσαριά καφέδες και κάποια στιγμή η Πόπη και η Λούλα αντιλαμβάνονται ότι είναι περασμένη ωρα και αποφασίζουν να φύγουν.
Με δάκρυα στα μάτια αποχαιρετούν την παιδική τους φίλη και φεύγουν.
Στο δρόμο τώρα, λέει η Λούλα στην Πόπη:
- Τι να σου πω, βρε Πόπη μου, χρυσό κορίτσι αυτή η Μαργαρίτα, αλλά ούτε ένα καφέ δεν μας έψησε τόσες ώρες που ήμασταν σπίτι της!
Και η Πόπη απαντά με απορία:
- Ποιά Μαργαρίτα;