Δημοφιλή ανέκδοτα

Τις κατάφερα!
Ήταν κάποτε ο Τοτός και παρατηρούσε τον πατέρα του να βγαίνει καθημερινός από το σπίτι και να γυρνάει μετά από δυο ώρες. Ο Τοτός, καθώς ήταν περίεργος, θέλησε να μάθει τι έκανε και που πήγαινε ο πατέρας του.
Μια φορά λοιπόν τον ακολούθησε και τον είδε να μπαίνει σε έναν οίκο ανοχής. Ο Τοτός μη γνωρίζοντας τι γίνεται εκεί μέσα, καθώς ήταν σε πολύ μικρή ηλικία, μπήκε να δει τι γίνεται. Η τσατσά τον είδε και τον ρώτησε:
- Τι κάνεις εδώ μικρέ.
- Θέλω να μάθω τι κάνουν εδώ!
Μη ξέροντας τι εξηγήσεις να δώσει στον πιτσιρικά, η τσατσά προσπάθησε να τον καλοπιάσει και να του αποσπάσει την προσοχή.
- Αγοράκι μου θέλεις μια φέτα με μέλι;
- Θέλω λέει ο Τοτός
Τρώει λοιπόν ο Τοτός τη φέτα και τον ξαναρωτάει η τσατσά:
- Θέλεις και μια δεύτερη;
- Θέλω λέει ο Τοτός, και τρώει την δεύτερη φέτα με το μέλι.
Καθώς δεν έφευγε, η τσατσά τον ξαναρωτάει:
- Θες και μια τρίτη φέτα;
Αν και είχε βαρυστομαχιάσει ο λιγούρης ο Τοτός απάντησε - Θέλω!. Επειδή όμως δεν μπορούσε να την φάει, έγλυψε το μέλι και αποφάσισε να φύγει. Στην έξοδο βρίσκει τον πατέρα του. Έκπληκτος, ο πατέρας του τον ρωτάει:
- Τι κάνεις εσύ εδώ;
Και ο Τοτός απαντάει γεμάτος υπερηφάνεια:
- Τις δυο τις κατάφερα, την άλλη την έγλυψα κι έφυγα!
Μπαίνει ο τύπος στο σπίτι του, μεθυσμένος, σε κακή κατάσταση και βρίσκεται αντιμέτωπος με την αγριεμένη γυναίκα του.
- Που ήσουνα μέχρι τα άγρια χαράματα; ρωτάει.
- Γυναίκα, ήταν υπέροχα. Ένα καινούργιο μπαρ, το «Golden Saloon»... Όλα εκεί μέσα είναι χρυσά. Έχει τεράστιες χρυσές πόρτες, χρυσό πάτωμα,... μέχρι και το ουρητήριο είναι χρυσό.
Η γυναίκα του δεν πίστεψε λέξη, αλλά την άλλη μέρα βρίσκει το νούμερο του νέου μπαρ και τους τηλεφωνεί, για να ελέγξει την ιστορία του άντρα της.
- Εκεί "Golden Saloon"; ρωτάει, μόλις κάποιος απάντησε το τηλέφωνο.
- Βεβαίως! Τι θα θέλατε; τη ρωτάει ο μπάρμαν.
- Έχετε χρυσές πόρτες;
- Φυσικά, λέει αυτός.
- Και χρυσό πάτωμα;
- Έχουμε και χρυσό πάτωμα.
- Και χρυσό ουρητήριο;
Και τότε ο μπάρμαν βάζει τις φωνές σε κάποιον άλλον μέσα στο μπαρ.
- Γιάννη, μου φαίνεται ότι βρήκα τα ίχνη αυτού που κατούρησε μέσα στο σαξόφωνό σου χτες.
Στο στρατόπεδο της Αυλώνας μοιραζόταν άδειες για τους φαντάρους. Ο Κώστας, ο Τάσος και ο Γιώργος πήραν άδεια για μια μέρα.
Λέει ο Τάσος: Μάγκες, θα πάμε στο μπου***λο για να βγάλουμε το άχτι μας.
- Έγινε λένε και οι άλλοι.
Πήγαν πρώτα σε ένα μπαράκι και πλακώθηκαν στα ουίσκι. Οι δύο δε μέθυσαν πολύ αλλά ο τρίτος έγινε τύφλα.
Πήγαν λοιπόν στο μπο***λο και ζητούν από τη τσατσά να τους βρει τρείς ωραίες γκόμενες.
Εντάξει απαντάει εκείνη.
Πηγαίνει να φωνάξει τις που**νες αλλά ήταν μόνο δύο. Κάθισε και σκέφτηκε ότι αφού ο ένας είναι μεθυσμένος να του βάλουνε μια κούκλα και ίσως να μην καταλάβει τίποτα. Έφτασε η ώρα και γά**σαν όλοι τους. Την άλλη μέρα συζητούσαν για τις γκόμενες και το νυχτερινό όργιο.
Ο Κώστας λέει: Καλά εγώ είχα μια ξανθιά σαν βασίλισσα και κάναμε τα πάντα.
Ο Τάσος: Σιγά τ αυγά, η δικιά μου ήταν μαύρη αράχνη και μου έκανε κάτι κόλπα που με τρελάνανε.
Ο Γιώργος: Τι λέτε ρε μα**κες; Εγώ μόνο δεν γά**σα δηλαδή;
- Γιατί ρε; ρωτάνε απορημένοι οι φίλοι του.
Ο Γιώργος: Ξέρω εγώ; Μάλλον πρέπει ρε παιδιά η δικιά μου να ήταν μάγισσα!
- Μάγισσα; Τι μάγισσα ρε;
- Ναι ρε! Φανταστείτε ότι όταν ξαπλώσαμε δε μίλησε καθόλου, αλλά μόλις της τον έβαλα έκανε ένα φφφφφφσσσσσσσσσσσττττττττττττττ και έφυγε από το παράθυρο πετώντας.