Δημοφιλή ανέκδοτα

Μια φορά ήταν ένας Τούρκος, ένας Αμερικανός και ένας Έλληνας. Το αεροπλάνο τους έπεσε σε μια άγρια ζούγκλα της Αφρικής και οι μόνοι επιζώντες ήταν αυτοί οι τρεις.
Τους έπιασαν οι ζουλού, και τους έδωσαν μια επιλογή για να γλιτώσουν τη σφαγή: Να μπουν σε μια σπηλιά και αν καταφέρουν αν βγουν από μέσα "άντρες" τότε θα τους χαρίσουν τη ζωή.
Πάει πρώτος ο Τούρκος, ένας άντρας ίσαμε κει πάνω, γεμάτος μυς. Μπαίνει μέσα, ακούγονται διάφορες κραυγές, ξεφωνητά, μετά από 1-2 ώρες, ακούγεται μια φωνή:
- Καλέ, βγαίνω! και βγαίνει ο Τούρκος κουνιστός και λυγιστός.
Μετά σειρά είχε ο Αμερικανός. Ένας άντρας 2 μέτρα, τόσο δυνατός, που τον τρέμανε ακόμα και οι πέτρες. Μπαίνει μέσα γεμάτος αυτοπεποίθηση, ακούγονται κραυγές ξεφωνητά, χαλασμός κυρίου. Μετά από 3 ώρες ακούγεται μια φωνούλα λεπτή:
- Καλέ, βγαίνω! και βγαίνει έξω ο Αμερικανός σεινάμενος και κουνάμενος και με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.
Τελευταίος ήταν ο Έλληνας. Περιττό να σας τον περιγράψω, θεριό ανήμερο. Μπαίνει μέσα, ακούγονται φωνές, ξεφωνητά, ουρλιαχτά, γδαρσίματα, αλλά ο Έλληνας δε λέει να βγει. Περνάνε δύο ώρες, τρεις, τέσσερις, τίποτα. Χαλασμός σωστός. Περνάνε δέκα ώρες, περνάνε δεκατρείς, τίποτα. Οι ανθρωποφάγοι άρχισαν να ανησυχούν. Γύρω στις είκοσι ώρες, ακούνε μια φωνή, που κούνησε τη γη:
- Βγαίνω ρε!
Και από μέσα:
- Να μας ξανάρθετε, να μας ξανάρθετε!
Πάει ο Μπάμπης στα μπουζούκια και βλέπει τον Κόκκαλη. Τον πλησιάζει και του λέει:
- Κύριε Κόκκαλη, θέλω να μου κάνετε μια μεγάλη χάρη. Να, περιμένω την κοπέλα μου και θα ήθελα να την εντυπωσιάσω. Μπορείτε όταν έρθει να περάσετε μπροστά από το τραπέζι μας και να μου πείτε:
- Για σου ρε Μπάμπη παλιόφιλε μου;
- Aσε μας ρε φίλε. Και που σε ξέρω εγώ;
- Έχετε δίκιο Κύριε Κόκκαλη. Δεν με ξέρετε, μια εξυπηρέτηση θέλω ο φτωχός. Δεν σας κοστίζει τίποτα και για μένα σημαίνει πολλά. Η κοπέλα μου θα με πάρει από καλό μάτι για τις γνωριμίες που έχω.
Αφού τον έπρηξε ο Μπάμπης τελικά ο κος Κόκκαλης ενέδωσε...
- Ωραία, θα σου κάνω τη χάρη. Κάτσε στο τραπέζι σου και όταν έρθει, μετά από λίγο θα περάσω.
- Χίλια ευχαριστώ κύριε Κόκκαλη! Με σώζετε!
Κάθεται λοιπόν ο Μπάμπης και λίγο αργότερα έρχεται και η κοπέλα του. Τους πλησιάζει ο Σωκράτης που λέτε και λέει:
- Για σου ρε Μπάμπη! Τι κάνεις φίλε μου;
Και του απαντάει ο Μπάμπης:
- Αϊ γ--σου ρε μ--α, πάλι δανεικά θέλεις;
Είναι ο Κωστήκας κι ο Γιωρίκας και πάνε στην Αμερική.
Όταν φτάνουν στο αεροδρόμιο, κανονίζουν να βρεθούν ξανά εκεί τον επόμενο χρόνο, να δουν τι έχει κάνει ο καθένας στη ζωή του. Περνάει ο ένας χρόνος, και συναντιούνται στο αεροδρόμιο. Φτάνει ο Κωστίκας, πάμπλουτος, ντυμένος με ARMANI, με Ferrari, γυναίκες γύρω του κ. Τ. Λ.
Έρχεται κι ο Γιωρίκας, λιγδιασμένος, άλουστος, μπίχλας.
Λέει στον Κωστίκα:
- Ρε Κωστίκα, πως έγινες έτσι τόσο πλούσιος, επιτυχημένος;
Του λέει κι ο Κωστίκας:
- Ε, να. Δούλευα σε μια επιχείρηση, όπου είχαμε πρόβλημα με τα ποντίκια. Ε κι εγώ, βρήκα μια πατέντα. Στερέωσα σε ένα κουτί δυο πιρούνια, το ένα από τη μια, το άλλο από την άλλη, και από κάτω, έβαλα μέσα στο κουτί μια λεπίδα και στις άκρες των πιρουνιών, έβαλα από τη μία ζαμπόν και από την άλλη τυρί. Οπότε, έρχονταν το ποντίκι κι έλεγε:
"Τυρί ή ζαμπόν, τυρί ή ζαμπόν", και κουνάγε δεξιά, αριστερά το κεφάλι του. Αλλά δεν μπορούσε να αποφασίσει και πέθαινε από την πείνα.
- Φοβερή πατέντα, του λέει ο Γιωρίκας και αφού τα είπαν κλείσαν ραντεβού ξανά για μετά από έναν χρόνο. Πάνε του χρόνου, λοιπόν, στο αεροδρόμιο, έρχετε ο Κωστίκας κι εμφανίζεται ο Γιωρίκας, τρεις φορές πιο πλούσιος απότον Κωστίκα.
- Τι έκανες ρε Γιωρίκα κι έγινες πλούσιος τόσο γρήγορα;
- Ε, να μωρέ, λέει ο Γιωρίκας, πήρα την ιδέα σου και την τροποποίησα λίγο. Στερέωσα στο κουτί δυο πηρούνια, κανονικά την λεπίδα, όμως δεν έβαζα τυρί και ζαμπόν. Οπότε έρχεται το ποντίκι, και κάνει:
"Πού είναι το τυρί; Πού είναι το ζαμπόν; Πού είναι το τυρί; Πού είναι το ζαμπόν;"