Δημοφιλή ανέκδοτα

Είναι δυο τύποι και συζητούν για τους νέους της εποχής.
- Α, εγώ τους συμπαθώ τους ΕΜΟ, λέει ο ένας.
- Α πα πα! του λεει ο άλλος. Έγώ, μόνο που τους βλέπω να πετάνε δακρυγόνα στους δρόμους και κάνουν εξεγέρσεις, τους σιχαίνομαι!
- Τους μπερδεύεις με τους αναρχικούς! του λέει ο άλλος.
- Συγνώμη, ανατριχιάζω που τους κοιτάω με τα ξυρισμένα τους καφάλια.
- Τους μπερδέυεις με τους νεοναζί! του ξαναλέει ο πρώτος.
- Ναι, που φοράνε τις κουκούλες στα κεφάλια και περπατάνε σαν μαύροι!
- Τους μπερδεύεις με τους κάγκουρες. Απαντά ο φίλος του.
- Σιγά μωρέ, που μου μοστράρουν μες στα διθέσια με τα σινιέ και τους και μαζεύουνε ήλιο στην Κηφισιά!
- Τους μπερδεύεις με τους τρέντυ.
- Ε, και τι έιναι τελικά αυτοί οι ΕΜΟ;
- Είναι αυτοί που φασώνονται χωρίς λόγο, και μέσα στην απόλυτη απογοήτευση για την ζωή, ψάχνουν την λύση στο θέμα της αυτοκτονίας.
- Τους μπερδέυεις με στελέχη της Νέας Δημοκρατίας!
Μια φορά πάει ένας τύπος σε ένα μπαρ, και με ύφος βαρύμαγκα ασήκωτου παραγγέλνει έναν φραπέ.
Τα γκαρσόνια κοιτάζονται μεταξύ τους, και λέει ο ένας:
- Αφήστε, και θα τον φτιάξω εγώ.
Πλησιάζει τον βαρύμαγκα και τον ρωτάει:
- Τι είδους φραπέ θέλεις φίλε, μάγκικο ή πούστικο;
Ξαφνιασμένος ο τύπος απαντάει "μάγκικο" και τότε το γκαρσόνι του πηγαίνει έναν φραπέ χωρίς γάλα και ζάχαρη, σκέτο καφέ και νερό.
Ο βαρύμαγκας τον δοκιμάζει, του έρχεται να τον φτύσει, αλλά τον πίνει με το ζόρι για να δείξει ότι είναι μάγκας.
Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια.
Αυτήν την φορά πίνει τον καφέ μέχρι την μέση και φεύγει.
Την τρίτη φορά τα ίδια. Ο βαρύμαγκας παίρνει τον μάγκικο καφέ, πίνει μια-δυο γουλιές και τον παρατάει.
Ξαναεμφανίζεται την άλλη μέρα, παραγγέλνει φραπέ, και το γκαρσόνι τον ρωτάει πάλι:
- Μάγκικο ή πούστικο;
- Μάγκικο, λέει αυτός.
Καθώς το γκαρσόνι πάει προς το μπαρ, ο βαρύμαγκας του λέει χαμηλόφωνα:
- Ψιτ, φίλε, βάλε και λίγη πουστιά στον καφέ!
Μπαίνει ενας κλέφτης μέσα σε ένα πλουσιόσπιτο και αρχίζει να κλέβει οτι βρίσκει μπροστά του και ξαφνικά ακούει μια φωνή.
"Ο Ιησούς σε βλέπει!"
Παγώνει ο κλέφτης, κοιτάει δεξιά-αριστερά, δεν βλέπει τίποτα και μετά από λίγο συνεχίζει να κλέβει ακάθεκτος. Πιο μέσα στο σπίτι βλέπει ένα παπαγαλάκι λίγο πιο μέσα στο σπίτι.
- Εσύ μίλησες; το ρωτάει.
- Ναι, εγώ! απαντάει το παπαγαλάκι.
- Και πως σε λένε;
- Αϊνστάιν! λέει το παπαγαλάκι.
- Χμ,περίεργο όνομα για πουλί, λέει ο κλέφτης.
- Γιατι το Ιησούς δεν είναι περίεργο όνομα για συναγερμό;
Ο Τζιράκης, ένας βοσκός από το χωριό Αβρακόντε Λασιθίου που συνελήφθη να κλέβει αρνιά στην Δίκτη, λίγο πριν γίνει η δίκη του λέει στον Δικηγόρο του ικετευτικά:
- Σώσε με, κύριε Δικηγόρε, και εγώ ... . ό,τι θες μου ζήτα. Και, όταν λέω ό,τι θες το εννοώ. Θες αυτοκίνητο θα σου το πάρω. Θες λεφτά, ένα-δυο εκατομμύρια, όσο θες, θα σου τα δώσω.
- Η υπόθεσή σας είναι δύσκολη, του απαντά ο δικηγόρος, όμως με δέκα εκατομμύρια, όσο κάνει μια μερσεντές, και συνάμα αν κάνεις ό,τι σου πω, θα αθωωθείς. Συμφωνείς ή όχι;
- Συμφωνώ και λέγε γρήγορα τι να κάνω;
- Λοιπόν, σε λίγο ό,τι σε ρωτά ο πρόεδρος του δικαστηρίου, τον συμβουλεύει ο δικηγόρος, εσύ θα απαντάς "μπεε..." και άφησε τα υπόλοιπα σε μένα, εντάξει;
- Εντάξει και παραντάξει, συμφωνεί ο Τζιράκης.
Σε λίγο ο πρόεδρος ρωτά τον κατηγορούμενο:
- Πως λέγεσαι κατηγορούμενε;
- Μπεε, απαντά αυτός.
- Ρε, σε ρώτησα πως σε λένε;
- Μπεε, απαντά και πάλι αυτός.
- Μήπως δεν ακούς, κατηγορούμενε; Από πού είσαι κατηγορούμενε;
- Μπεε, λέει πάλι αυτός.
Μετά από λίγο ο πρόεδρος του δικαστηρίου νευριάζει και λέει δυνατά στον εισαγγελέα και στους αστυνομικούς:
- Κύριε εισαγγελέα, ο άνθρωπος αυτός είναι τρελός, αστυνομικοί πάρτε τον από εδώ, αθώος!
Μετά από αυτό ο δικηγόρος φωνάζει τον Τζιράκη και του λέει θριαμβευτικά:
- Με παραδέχεσαι κ. Τζιράκη; Σε αθώωσα. Δώσε μου τώρα ό,τι συμφωνήσαμε και όποτε με χρειασθείς εδώ είμαι.
Και ο Τζιράκης του απαντά με τρελό ύφος:
- Μπέε!