Δημοφιλή ανέκδοτα

Ένας πιτσιρίκος ρωτάει τον πατέρα του:
- Μπαμπά τι είναι κράτος;
- Παιδί μου,του απαντάει αυτός, ας υποθέσουμε ότι το σπίτι μας είναι ένα κράτος. Εγώ που φέρνω τα λεφτά στο σπίτι είμαι το κεφάλαιο. Η μαμά σου που είναι η νοικοκυρά και κάνει κουμάντο μεσα στο σπίτι είναι η κυβέρνηση. Η υπηρέτρια είναι η εργατική τάξη. Εσύ που τα βλέπεις όλα, τι γίνεται εδω μέσα είσαι η κοινή γνώμη, και η μικρή σου αδερφούλα είναι η νέα γενιά.
Το βράδυ ενώ ο μικρός κοιμόταν, ξυπνάει γιατί η αδερφούλα του έκλαιγε. Την κοιτάει, και βλέπει ότι τα είχε κάνει πάνω της. Πάει να το πει στη μαμά του. Τη βλέπει να κοιμάται, και ο πατέρας του δεν ήταν εκεί. Πάει στο σαλόνι και τον βλέπει να βγάζει τα μάτια του με την υπηρέτρια!
Το επόμενο πρωί του λέει ο πατέρας του:
- Παιδί μου τα σκέφτηκες αυτά που σου είπα χθες για το κράτος;
- Ναι μπαμπά.
- Και τι έχεις να πεις;
- Εχω να πω ότι όταν το κεφάλαιο πηδάει την εργατική τάξη η κυβέρνηση κοιμάται του καλού καιρού, η κοινή γνώμη σωπαίνει και η νέα γενιά είναι μες στα σκατά!
Γυρίζει ο Μητσάρας από τη δουλειά και ο 2χρονος γιος του του λέει:
- Να σου πω ποια νούμερα θα κερδίσουν στο λόττο; 4,37,29,31,11 και 40.
Τα παίζει ο Μητσάρας στο Λόττο και πιάνει 6άρι. Τρελλαίνεται από χαρά. Την άλλη μέρα λέει ο γιος του:
Να σου πω ποιες ομάδες θα κερδίσουν στο Προπό;
Του λέει τις ομάδες, παίζει ο Μητσάρας Προπό και κερδίζει! Πάει όλο χαρά την άλλη μέρα στο μικρό και του λέει:
- Έχεις τίποτα να μου προβλέψεις;
- Ναι, λέει το παιδί. Αύριο το μεσημέρι θα πεθάνει ο πατέρας μου.
Στενοχώρια ο Μητσάρας, πήγε να σκάσει. Τι να κάνει όμως, πάει κι αγοράζει ένα φέρετρο και νοικιάζει κι ένα τάφο και περιμένει ως το μεσημέρι. Περνάνε 2 ώρες κι έρχεται η γυναίκα του στο σπίτι. Τη βλέπει ο Μητσάρας να κλαίει και τη ρωτάει:
- Τι έγινε βρε γυναίκα, γιατί κλαις;
Και κείνη απαντάει:
- ʼστα, Μήτσο μου, πέθανε ο κουμπάρος!
Δέκα καμηλιέρηδες με δέκα καμήλες ξεκινούν να διασχίσουν τη Σαχάρα.
Μετά από λίγο ψωφά μία καμήλα και ο καμηλιέρης ανεβαίνει σε μια άλλη με άλλον μαζί.
Πάλι μετά από ώρες ψωφά άλλη καμήλα και ο καμηλιέρης ανεβαίνει σε άλλη καμήλα με άλλον μαζί.
Την τρίτη μέρα ζει μόνο μία καμήλα και πάνω της είναι στριμωγμένοι και οι δέκα καμηλιέρηδες από το λαιμό μέχρι την ουρά.
Επόμενο ήταν μετά από λίγο η καμήλα να ζορίζεται και αρχίσει να βογγά.
Ο καμηλιέρης που ήταν στο λαιμό, ακούει πρώτος τα βογγητά, προαισθάνεται το τέλος της καμήλας και σκεπτόμενος την πεζοπορία που τους περιμένει, γυρίζει στον πίσω του και του λέει λυπημένος.
- Φίλε η καμήλα σκούζει.
Ο δεύτερος επίσης λυπημένος γυρίζει στον τρίτο και τον ενημερώνει :
- Φίλε η καμήλα σκούζει.
Αυτό έγινε μέχρι και τον ένατο, ο οποίος επίσης γυρίζει στον δέκατο καμηλιέρη, ο οποίος κρατιόταν από την ουρά και του λέει μέσα στη μαύρη απελπισία:
Φίλε η καμήλα σκούζει.
Και αυτός:
- Τι να κάνω ρε μαλάκα; Aμα τη βγάλω έξω θα πέσω.