Δημοφιλή ανέκδοτα

Το θαύμα.
Ένας γεροδεμένος και βαρβάτος ηγούμενος, χάθηκε μέσα στο δάσος. Για καλή του τύχη βλέπει ένα φωτάκι. Πλησιάζει και χτυπά τη πόρτα.
- Έλεος, είμαι χαμένος, βοηθήστε με πριν πεθάνω από το κρύο και τη πείνα.
- Μα εδώ είναι μοναστήρι των καλογραιών είπε η μοναχή που του άνοιξε. Περιμένετε να φωνάξω την ηγουμένη.
Ήρθε η ηγουμένη, πολύ όμορφη γυναίκα. Σωστός πειρασμός.
- Ναι μεν είναι γυναικείο το μοναστήρι αλλά δεν μπορώ να σας αφήσω έξω να πεθάνετε από το κρύο. Περάστε μέσα του λέει αλλά υπάρχει και κάποια δυσκολία. Το κελί που πρόκειται να σας βάλω περνάει από το δικό μου.
- Ουδεμία δυσκολία λέει ο ηγούμενος, το βράδυ που θα πάμε για ύπνο θα μπω πρώτος εγώ στο κελί μου και το πρωί θα είστε σεις που θα βγείτε πρώτη.
Έτσι και έγινε, αλλά ο παπάς που δεν τον κόλλαγε ύπνος, άρχισε να προσεύχεται:
- Παναγία μου, διώξε τον Εωσφόρο που κατακαίει τα σωθικά μου και δεν με αφήνει να κλείσω μάτι. Και μετά, λίγο δυνατότερα:
- Παναγία μου κάνε το θαύμα σου! Δώσε θάρρος στην ηγουμένη να έρθει και να με επισκεφτεί!
Και Ω του θαύματος. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται μπροστά του μεγαλοπρεπής σαν την Ήρα η ηγουμένη με ξεπλεγμένα μαλλιά. Κοίταξε ο ένας τον άλλον και ξαφνικά η ηγουμένη γυρίζει το κεφάλι πίσω και λέει:
- Εντάξει Παναγία μου το μήνυμα ελήφθη αλλά μη με σπρώχνεις έτσι;
Είναι ένας τύπος με μηχανάκι που ξεκινάει να περάσει τα σύνορα με μια μαύρη σακούλα. Φτάνοντας, τον σταματούν και τον ρωτούν:
- Τι έχεις στη σακούλα αρχηγέ;
- Χώμα!
- Καλά, καλά, άνοιξε τη σακούλα μεγάλε...
Ανοίγει τη σακούλα ο τύπος και τι να δουν, ... Χώμα!
- Αφού σας το είπα ρε παιδιά, χώμα κουβαλάω.
- Συγγνώμη κύριε, αλλά και εμείς τη δουλειά μας κάνουμε, λέει ο τελωνειακός. Περάστε!
Η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν μήνες, που λέτε, ε, κάποια στιγμή λένε ..
- Ρε σεις, μπας και μας δουλεύει ο τύπος με το μηχανάκι; Κάτσε και όταν θα ξανάρθει θα του ζητήσουμε δείγμα από το χώμα!
Όντως, όταν έρχεται :
- Σταμάτα! ʼνοιξε τη σακούλα!
- Τι έγινε ρε παιδιά; Τι πάθατε;
- Θα πάρουμε δείγμα από το χώμα, και θα το στείλουμε για ανάλυση.
- Καλώς, καλώς.
Την άλλη μέρα, έρχεται ο τύπος:
- Χίλια συγγνώμη κύριε είχατε δίκιο, δεν βρέθηκε καμιά παράνομη ουσία στο δείγμα.
- Αφού σας το είπα ρε παιδιά, είμαι καθαρός!
- Δεν θα ξαναγίνει, περάστε, του λένε.
Περνουσαν τα χρόνια, ε, κάποια στιγμή τον σταματάει ένας από τους υπάλληλους και του λέει:
- ʼκου φίλε, εγώ σε 2 βδομάδες παίρνω σύνταξη, δε θα σε καρφώσω αλλά θα μου πεις ειλικρινά, κάνεις λαθρεμπόριο;
- ... Ναι!
- Και τι περνάς;
- Μηχανάκια!
Ο Τοτός είχε ψείρες και πήγε στον γιατρό.
Ο γιατρός τον συμβούλευσε να βάλει το κεφάλι σε έναν κουβά με νερό για να τις πνίξει.
Αφού ακολούθησε ο Τοτός την συμβουλή, κατέβηκε στο μέτωπό του μία ψείρα και του είπε:
- Μάγκα μου, είσαι πραγματικός κύριος. Περάσαμε τέλεια! Μπουγελοθήκαμε, κάναμε μπάνιο, παίξαμε με νερόμπομπες.
Ξαναπήγε ο Τοτός στον γιατρό, ο οποίος του είπε να βάλει το κεφάλι του στην φωτιά.
Όταν το έκανε ο Τοτός, κατέβηκε μία ψείρα και του είπε:
- Είσαι και πολύ μάγκας. Κάναμε ηλιοθεραπεία, μαυρίσαμε και τώρα θα είμαστε πανέτοιμοι για το καλοκαίρι.
Μετά ο γιατρός του είπε να βάλει το κεφάλι του στην κατάψυξη.
Η ψείρα τότε του είπε:
- Ευχαριστούμε που μας σκέφτεσαι τόσο. Παίξαμε χιονοπόλεμο, φτιάξαμε χιονάνθρωπο και κάναμε σκι...
Μετά και από αυτό, ο Τοτός αποφάσισε να λύσει μόνος του το πρόβλημά του. Πήγε κοντά σε έναν φίλο του, και έγειρε το κεφάλι του, για ξεφορτωθεί τουλάχιστον κάμποσες.
Τότε κατέβηκε μία ψείρα και του είπε:
- Που να στα λέω! Τους σκοτώσαμε όλους! Πήραμε και 50 ψείρες για ομήρους!
Δύο ξανθοί καουμπόηδες κάθονται σε ένα σαλούν και τα πίνουν. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας τύπος που έχει παραμάσχαλα το κεφάλι ενός ινδιάνου.
Ο μπάρμαν του σφίγγει το χέρι και λέει δυνατά:
- Τους μισώ τους κωλο-ινδιάνους. Την περασμένη βδομάδα τα καθήκια έκαψαν το σπίτι μου, βίασαν τη γυναίκα μου και σκότωσαν τα δύο μου παιδιά. Δίνω χίλια δολάρια σε όποιον μου φέρει το κεφάλι ενός ινδιάνου.
Οι δύο ξανθοί αλληλοκοιτάζονται, πληρώνουν και φεύγουν για να κηνυγήσουν ινδιάνους. Μετά από αρκετές ώρες βρίσκουν έναν ινδιάνο. Ο ένας ξανθός αρπάζει μια πέτρα και τον πετυχαίνει στο κεφάλι ρίχνοντάς τον από το άλογό του και αφήνοντάς τον αναίσθητο. Για κακή τους τύχη όμως ο ινδιάνος κατρακυλάει σε μια ρεματιά. Τα δύο αστέρια κατεβαίνουν τη ρεματιά και ο ένας βγάζει ένα μαχαίρι για να πάρει το τρόπαιο. Τότε ο άλλος του λέει:
- Μεγάλε, για κοίτα εδώ λίγο.
- Όχι τώρα, δε μπορώ.
Ο πρώτος τον σκουντάει στους ώμους επίμονα και του ξαναλέει:
- Μα κοίτα σου λέω!
- Παράτα μας, ρε φίλε. Έχω χίλια δολάρια στα χέρια μου.
Ο πρώτος επιμένει ακόμη:
- Σε παρακαλώ, κοίτα!
Ο άλλος γυρίζει και βλέποντας πέντε χιλιάδες ινδιάνους στην κορυφή της ρεματιάς μονολογεί:
- Ω, Θεέ μου! Θα γίνουμε εκατομμυριούχοι!