Δημοφιλή ανέκδοτα

Mια φορά και έναν καιρό ένας γέρος βασιλιάς που είχε 3 γιούς αποφάσισε να ορίσει διάδοχο του.
Για να μην θεωρηθεί μεροληπτικός και επειδή ήθελε να δώσει το Βασίλειο του στο γιό με της μεγαλύτερες ικανότητες, αποφάσισε να τους υποβάλλει κάποιες δοκιμασίες.
Ακούστε παιδιά μου τους είπε, είμαι γέρος πια και ήρθε η ώρα να ξεκουραστώ, θέλω το Βασίλειο μου να το πάρει ένας από εσάς, λοιπόν όποιος από εσάς μου φέρει το χρυσό πορτοκάλι τότε θα τον κάνω διάδοχο μου. μετά από 3 ημέρες και οι τρείς γιοί του έφεραν από 1 χρυσό πορτοκάλι.
Τότε παιδιά μου βασιλιάς θα γίνει εκείνος που θα μου φέρει το χρυσό μήλο μετά από 3 ημέρες και οι τρεις έφεραν το χρυσό μήλο τότε παιδιά μου το Βασίλειο μου θα το πάρει αυτός που έχει την μεγαλύτερη π**τσα σας δίνω μια βδομάδα καιρό και ελάτε να μετρηθείτε ...
Μετά από 2 ημέρες έρχεται ο πρώτος ... πατέρα κάτσε λίγο πιο πέρα και πάρε μεζούρα την αμολάει ... όρε μάνα μου λέει ο πατέρας 4 μέτρα και 18 εκατοστά πάει αυτό ήτανε να ο νικητής
Την 5η μέρα σκάει καβάλα στο άλογο ο δεύτερος γιος και φωνάζει στον πατέρα του .. πατεραααα έλα έξω στους κήπους και φέρε και τα χαρτιά του Βασιλείου ...
Την αμολάει ο δεύτερος ... 48 μέτρα και 32 εκατοστά .. . Καλά λέει ο πατέρας ... αυτό ήτανε ... φέρτε συμβολαιογράφους φέρτε χαρτιά , να ξεκινήσουν και τα γλέντια , να ο γιόκαρος που θα πάρει το Βασίλειο.
Γρήγορα πάμε μέσα να υπογράψουμε ..
Εκεί που ήταν έτοιμος να υπογράψει σκρααα σπάνε τα τζάμια παλατιού και σκάει μέσα μια που**οκεφαλη 2 μέτρα διάμετρο ... και από κάτω μια ταμπέλα που έγραφε:
Πατερα ειμαι καλα και σε δυο μερεσ ερχομαι απο παρισι ...
Στο σχολείο, ρωτάει η δασκάλα τα παιδιά, αν γνωρίζουν κάποιο εξωτικό ή παράξενο, φαγητό ή φρούτο!
- Το πιο παράξενο, παίρνει, άριστα 10, λέει η δασκάλα.
Τα παιδιά σκέφτονται πάρα πολύ σοβαρά.
Ο Μπόμπος όμως, σηκώνει το χέρι και λέει περήφανος!
- Η λάμπα, κυρία.
Η δασκάλα και τα παιδιά γελούν και η δασκάλα λέει:
- Ρέ Μπόμπο, η λάμπα δεν τρώγετε. Γιατί πιστέυεις κάτι τέτοιο;
- Κυρία, κάθε βράδυ λέει ο πατέρας μου, στήν μάνα μου:
- Γυναίκα! Σβήσε την λάμπα και έλα να την φας.
Ο κύριος της ιστορίας μας είχε ένα φοβερό πάθος στην ζωή του. Αγαπούσε υπερβολικά ένα φαγητό: Τα βραστά φασόλια! Του άρεσαν πολύ, αλλά του δημιουργούσαν μια μάλλον προσβλητική για τους άλλους αντίδραση, που παράλληλα τον έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση.
Κάποτε συνάντησε μια όμορφη κοπέλα και την ερωτεύθηκε. Όταν ήταν προφανές ότι η σχέση τους οδηγούσε σε γάμο, σκέφτηκε ότι δεν θα ήταν δυνατόν να προχωρήσουν σε μια τέτοια ενέργεια αν δεν έκανε κάτι πάνω στο πάθος που τον είχε κυριεύσει. Έτσι, αποφάσισε να κάνει την ύστατη θυσία: Εγκατέλειψε τα φασόλια!
Λίγους μήνες αργότερα, καθώς γύριζε από την δουλειά, το αυτοκίνητό του χάλασε. Καθώς η δουλειά του ήταν εκτός πόλης, έπρεπε να περπατήσει αρκετά πριν μπορέσει να φτάσει στο σπίτι του και τηλεφώνησε για να ειδοποιήσει την γυναίκα του ότι θα αργούσε λιγάκι παραπάνω εκείνο το απόγευμα.
Όταν πέρασε έξω από ένα τοπικό μικρό εστιατόριο, το μαγευτικό άρωμα των βραστών φασολιών πλημμύρισε την μύτη του. Καθώς είχε ακόμη αρκετά χιλιόμετρα να περπατήσει, σκέφτηκε ότι με το περπάτημα, οι δυσάρεστες παρενέργειες των φασολιών θα είχαν εξασθενήσει φτάνοντας στο σπίτι. Μπήκε λοιπόν μέσα και έφυγε μόνο όταν είχε φάει τρία σπέσιαλ μεγάλα πιάτα από το αγαπημένο του φαγητό. Σε όλη την διάρκεια του περπατήματός του, συνεχώς άφηνε πίσω του χαρακτηριστικά την μυρωδιά του.
Τις αμόλαγε συνεχώς στην ανηφόρα και στην κατηφόρα και θα έλεγε κανείς ότι σημάδευε τον δρόμο πίσω του. Όταν, λοιπόν, έφτασε έξω από την πόρτα του, ένιωσε αρκετά ασφαλής και εκτονωμένος. Η γυναίκα του άνοιξε την πόρτα και του φάνηκε ότι ήταν κάπως ξαναμμένη. Του εξήγησε ότι του είχε την πιό απίθανη έκπληξη για το βραδινό του φαγητό και ότι η καθυστέρησή του δεν ήταν τίποτα εμπρός σε αυτό που θα του σερβίριζε!
Του πέρασε ένα μαντήλι γύρω από τα μάτια και τον οδήγησε στην καρέκλα στο κεφάλι του τραπεζιού και του ζήτησε να της υποσχεθεί ότι δεν θα κρυφοκοίταζε.
Ακριβώς εκείνη την στιγμή, ένιωσε μια πίεση στο εσωτερικό της κοιλιάς του, να κατεβαίνει προς τα κάτω. Την ώρα που η γυναίκα του ετοιμαζόταν να του βγάλει το μαντήλι και να του εμφανίσει την έκπληξη, το τηλέφωνο χτύπησε. Τον υποχρέωσε να της ξαναϋποσχεθεί ότι δεν θα κρυφοκοίταζε μέχρις ότου γυρίσει από το τηλέφωνο και πήγε να απαντήσει. Όσο εκείνη έλειπε, άδραξε την ευκαιρία, στήριξε το βάρος του στο ένα πόδι και την άφησε να φύγει. Δεν ήταν μόνο δυνατή αλλά βρωμούσε και σαν χαλασμένο αυγό. Ακόμη και ο ίδιος δυσκολεύτηκε να ανασάνει και γι αυτό, πηρε την χαρτοπετσέτα του και άρχισε να την κινεί γύρω του, ανακινώντας τον αέρα.
Μόλις είχε αρχίσει να νιώθει πιό καλά όταν μια ακόμη βιαστική εμφανίστηκε. Σήκωσε το πόδι του και ππρρρρρρρρρρρρτ, την άφησε ελεύθερη. Ακούστηκε σαν ντηζελομηχανή που αγκομαχούσε στην ανηφόρα και βρωμούσε ακόμη χειρότερα. Αρχισε να κουνά τα χέρια του τριγύρω, ελπίζοντας ότι η μυρωδιά θα αραίωνε, όταν η γυναίκα του θα επέστρεφε από το τηλέφωνο. Η κατάσταση άρχισε να επανέρχεται στο φυσιολογικό όταν την ξανάνιωσε.. Στηρίχτηκε στο άλλο πόδι του και την ελευθέρωσε. Αυτή ήταν πραγματικά φαρμακερή! Τα παράθυρα έτριξαν, τα πιάτα στο τραπέζι ταρακουνήθηκαν και ένα λεπτό αργότερα τα λουλούδια στο βάζο είχαν μαραθεί. Καθώς προσπαθούσε να κρατάει και τον νού του στην κουβέντα της γυναίκας του που βρισκόταν στο χωλ και κρατώντας την υπόσχεσή του να μην κρυφοκοιτάξει όση ώρα απουσίαζε, πέρασε το επόμενο δεκάλεπτο κλάνοντας και κουνώντας τα χέρια του με την χαρτοπετσέτα.
Όταν άκουσε τους τηλεφωνικούς αποχαιρετισμούς, πράγμα που σήμαινε ότι το τηλεφώνημα έφτανε στο τέλος του, προσεκτικά δίπλωσε την χαρτοπετσέτα του και την άφησε δίπλα στο πιάτο του, στο σημείο που βρισκόταν από την αρχή. Χαμογελώντας συγκαταβατικά, ήταν η εικόνα της αθωότητας, όταν η γυναίκα του μπήκε στο δωμάτιο.
Ζητώντας συγνώμη που άργησε τόσο πολύ στο τηλέφωνο, τον ρώτησε αν είχε κρυφοκοιτάξει στο τραπέζι και όταν βεβαιώθηκε ότι δεν είχε κάνει ζαβολιά, εκείνη τράβηξε το μαντήλι και φώναξε :
Εκπληξη!
Με ένα μεγάλο σοκ και με τρόμο, ανακάλυψε ότι δώδεκα άτομα ήταν καθισμένα γύρω από το τραπέζι, μαζεμένοι για το γενέθλιο πάρτυ του!
Αναζητώντας το Σταμάτη !
Αληθινή ιστορία: Η μάνα του Σταμάτη είναι βαριά άρρωστη και ο θείος του ο μπάρμπα-Θανάσης αποφασίζει να κατέβει (για πρώτη φορά στη ζωή του) στην Αθήνα από το χωριό για να τον βρει και να τον φέρει πίσω για να προλάβει τη μάνα του ζωντανή. Ο μπάρμπα-Θανάσης όμως δεν ξέρει πού μένει ο Σταμάτης στην Αθήνα. Το μόνο που ξέρει είναι ότι έχει ένα μεγάλο φορτηγό και κάνει μεταφορές.
"Θανέβω, θα κατέβω το δρόμο" σκέφτεται "που θα με πάει κάπου θα ιδώ το φορτηγό. Aντε το πολύ να κάθεται στο καφενείο"
Κατεβαίνει πρωί-πρωί στη Λάρισα και αρχίζει να περπατάει, να περπατάει, να στρίβει δεξιά, να στρίβει αριστερά. Ζαλίστηκε από το θόρυβο, τα αυτοκίνητα, τα μαγαζιά.
Κάποια στιγμή εκεί που πάει να περάσει απέναντι σε μια διασταύρωση ακούει μια σφυρίχτρα και το τροχονόμο να του φωνάζει:
"Πού πας, παππού, το ΣΤΑΜΑΤΗ δε τον βλέπεις;"
"Πούντος, παιδάκι μου, και τον ψάχνω απ τα χαράματα;"