Δημοφιλή ανέκδοτα

Ήτανε μια φορά τρεις φίλοι ο Αλέξης ο Κώστας και ο Πέτρος ο κεκές(δηλαδή δεν μπορούσε να τα βγάλει τα λόγια του έχω εύκολα.
Είχαν πάει διακοπές και θα έμεναν σε ένα τεράστιο ξενοδοχείο. Πάνε λοιπόν στην reception και αυτή τους δίνει ένα δωμάτιο που βρισκόταν στο 20 πάτωμα. Τα ασανσέρ ήταν χαλασμένα όποτε έπρεπε να ανεβούν τις σκάλες. συμφωνούν λοιπόν να λέει ο καθένας τους μια ιστορία σε κάθε όροφο που ανέβαιναν για να περάσει η ώρα. Λέει ο Αλέξης μια λέει και ο Κώστας φτάνει και η σειρά το Πέτρου:
"Μ,μ,μια φφφορα και και ένα καιρό..."
Καλά άστο του λένε δεν πειράζει θα πούμε εμείς. Όποτε φτάνουνε στον δέκατο πάτωμα λέει ο Αλέξης μια ιστορία λέει κι ο Κώστας έρχεται και η σειρά του Πέτρου ξανά τα ίδια:
"Μ μμμια φφφορα και..."
Καλά άστο ρε πούστη μου αφού ξέρεις ότι δεν boris να μιλήσεις εύκολα. Λέει μια ιστορία ο Αλέξης στον 18 πάτωμα λέει και ο Κώστας στο 19 και ετοιμάζεται πάλι ο Πέτρος να πει κι αυτός κάτι και το σταματάνε οι άλλοι λέγοντας του να μην ανήσυχη γιατί είχαν μόνο ένα ακόμη όροφο. Λέει τότε και ο Πέτρος:
" Ρε "μαμαμαλακες" ξεξεχάσαμε το κκκκλλειδί στην reception."
Την εποχή που στο λιμάνι του Πειραιά κυριαρχούσε η ατμόσφαιρα που γνωρίσαμε και στην ταινία "Τα κόκκινα φανάρια " συνέβη και το περιστατικό που περιγράφεται στο ανέκδοτο αυτό. Ήσαν δυο κοπέλες, η Φρίντα και η Σίλια, που σχεδόν συνεργάζονταν στην... Εξυπηρέτηση πελατών κάθε φορά που έφταναν πλοία στο λιμάνι μετά από πολύμηνη απουσία, με τα πληρώματά τους κουρασμένα και στερημένα από... τις ποικίλες ευχαριστήσεις που προσφέρει η ζωή. Ήσαν φίλες στην ουσία και δεν τις πείραζε ούτε το να δέχονται τον ίδιο πελάτη διαδοχικά. Έτυχε, λοιπόν, να έχουν και κάποιον έλληνα ναυτικό, μόνιμό τους πελάτη. Κάθε φορά που αυτός γύριζε από κάποιο μακρύ ταξίδι έτρεχε κοντά τους και περνούσε αρκετές ώρες πότε με τη μία και πότε με την άλλη. Μια φορά είχε λείψει γύρω στο χρόνο γιατί το καράβι που δούλευε είχε δέσει σε κάποιο λιμάνι της Β. Ευρώπης για επισκευή. Τις έπαιρνε τηλέφωνο, τους έλεγε ότι τις είχε επιθυμήσει, ότι τους ήταν... Πιστός, ότι επισκεπτόταν διάφορα μέρη για να σπρώχνει τον καιρό να περνά κι ότι περίμενε πώς και πώς την ώρα του γυρισμού. Ήλθε κάποτε κι αυτή η ώρα, τον υποδέχτηκαν αυτές όλο χαρά κι ακολούθησε ότι καθένας εύκολα φαντάζεται. Όπως ήσαν και τα δωμάτιά τους στο φτηνό ξενοδοχείο του λιμανιού δίπλα- δίπλα, έβγαινε από τη μια, έμπαινε στην άλλη. Ύστερα από δυο-τρεις μέρες οι κοπέλες πίνοντας καφέ, συζητούσαν τις εντυπώσεις τους.
- Πώς τον βρήκες; ρωτάει η Φρίντα τη Σίλια.
- Υπέροχο! Τί να σου λέω !Είχε ένα κέφι !Μια ορμητικότητα! Μια έξαψη! Πρωτοφανές το πάθος του... Εσύ πώς τον βρήκες;Κι εγώ το ίδιο θερμό κι ορεξάτο. Της απαντά η Φρίντα . Πες μου, όμως κάτι. Παρατήρησες τίποτε παράξενο πάνω του, αυτή τη φορά;
- Ναι, μωρέ, γεια σου! Θα το είδες κι εσύ φαίνεται για να ρωτάς. Είδα στο όργανό του επάνω κάποιο τατουάζ που έλεγε "νταμ "
- Όχου! Καημένη μου! Και μου τον παίνευες για ορμητικό και με πρωτοφανές πάθος! Σε πληροφορώ ότι κι εγώ το είδα το τατουάζ. Μόνο που όταν ήταν με μένα δεν έγραφε "... Νταμ " αλλά "Aμστερνταμ...!"-
Ήταν ο λαγός και βαριόταν πολύ:
Αποφάσισε λοιπον να τρομάξει κάτι μικρά αλεπουδάκια.
Παραφύλαξε να φύγει η μαμά αλεπού και πήγε στην φωλιά της και είπε στα αλεπουδάκια.
- Θα σας πη... τη μάνα! Το υπόσχομαι!
Τα αλεπουδάκια τρόμαξαν πολύ αλλά δεν ήθελαν να το πουν στη μαμά τους.
Ο λαγός κάθε μέρα πήγαινε στην φωλιά και έλεγε το ίδιο πράγμα στα αλεπουδάκια. Τα αλεπουδάκια δεν άντεχαν άλλο και έτσι το είπαν στην μαμά τους.
Η αλεπού έγινε έξαλλη και άρχισε να κυνηγάει τον λαγό. Τον κυνηγούσε, τον κυνηγούσε, ώσπου ο λαγός μπήκε μέσα σε έναν κομμένο κορμό δέντρου. Μπήκε και η αλεπού για να τον πιάσει, αλλά σφήνωσε, μένοντας η μισή μέσα και η μισή έξω.
Μόλις ο λαγός κατάλαβε ότι η αλεπού είχε σφηνώσει βγήκε από τον κορμό και μόλις είδε την στάση της αλεπούς είπε:
- Εγώ δεν είχα καμία διάθεση, αλλά έχε χάρη που το υποσχέθηκα στα παιδιά σου.
Mια φορά και έναν καιρό ένας γέρος βασιλιάς που είχε 3 γιούς αποφάσισε να ορίσει διάδοχο του.
Για να μην θεωρηθεί μεροληπτικός και επειδή ήθελε να δώσει το Βασίλειο του στο γιό με της μεγαλύτερες ικανότητες, αποφάσισε να τους υποβάλλει κάποιες δοκιμασίες.
Ακούστε παιδιά μου τους είπε, είμαι γέρος πια και ήρθε η ώρα να ξεκουραστώ, θέλω το Βασίλειο μου να το πάρει ένας από εσάς, λοιπόν όποιος από εσάς μου φέρει το χρυσό πορτοκάλι τότε θα τον κάνω διάδοχο μου. μετά από 3 ημέρες και οι τρείς γιοί του έφεραν από 1 χρυσό πορτοκάλι.
Τότε παιδιά μου βασιλιάς θα γίνει εκείνος που θα μου φέρει το χρυσό μήλο μετά από 3 ημέρες και οι τρεις έφεραν το χρυσό μήλο τότε παιδιά μου το Βασίλειο μου θα το πάρει αυτός που έχει την μεγαλύτερη π**τσα σας δίνω μια βδομάδα καιρό και ελάτε να μετρηθείτε ...
Μετά από 2 ημέρες έρχεται ο πρώτος ... πατέρα κάτσε λίγο πιο πέρα και πάρε μεζούρα την αμολάει ... όρε μάνα μου λέει ο πατέρας 4 μέτρα και 18 εκατοστά πάει αυτό ήτανε να ο νικητής
Την 5η μέρα σκάει καβάλα στο άλογο ο δεύτερος γιος και φωνάζει στον πατέρα του .. πατεραααα έλα έξω στους κήπους και φέρε και τα χαρτιά του Βασιλείου ...
Την αμολάει ο δεύτερος ... 48 μέτρα και 32 εκατοστά .. . Καλά λέει ο πατέρας ... αυτό ήτανε ... φέρτε συμβολαιογράφους φέρτε χαρτιά , να ξεκινήσουν και τα γλέντια , να ο γιόκαρος που θα πάρει το Βασίλειο.
Γρήγορα πάμε μέσα να υπογράψουμε ..
Εκεί που ήταν έτοιμος να υπογράψει σκρααα σπάνε τα τζάμια παλατιού και σκάει μέσα μια που**οκεφαλη 2 μέτρα διάμετρο ... και από κάτω μια ταμπέλα που έγραφε:
Πατερα ειμαι καλα και σε δυο μερεσ ερχομαι απο παρισι ...
Στο σχολείο, ρωτάει η δασκάλα τα παιδιά, αν γνωρίζουν κάποιο εξωτικό ή παράξενο, φαγητό ή φρούτο!
- Το πιο παράξενο, παίρνει, άριστα 10, λέει η δασκάλα.
Τα παιδιά σκέφτονται πάρα πολύ σοβαρά.
Ο Μπόμπος όμως, σηκώνει το χέρι και λέει περήφανος!
- Η λάμπα, κυρία.
Η δασκάλα και τα παιδιά γελούν και η δασκάλα λέει:
- Ρέ Μπόμπο, η λάμπα δεν τρώγετε. Γιατί πιστέυεις κάτι τέτοιο;
- Κυρία, κάθε βράδυ λέει ο πατέρας μου, στήν μάνα μου:
- Γυναίκα! Σβήσε την λάμπα και έλα να την φας.