Δημοφιλή ανέκδοτα

Ήταν μία φορά ένας φαντάρος και φίλαγε σκοπιά. Ε, μετά από λίγες ώρες το φανταράκι το πήρε ο ύπνος οπότε κάποιοι άλλοι φαντάροι που το πήρανε χαμπάρι πάνε και του κλέβουν το όπλο. Μόλις ξυπνάει ο φαντάρος κοιτάει, πουθενά το όπλο.
- Ο ρε πο**στη μου τι γαμ**με τώρα, σκέφτεται.
Τι να κάνει, πάει στο λοχαγό για να ομολογήσει. Ο λοχαγός έξω φρενών του λέει ότι μόνο μια περίπτωση υπάρχει για να μην περάσει στρατοδικείο.
Λοχαγός: Θα σου ρίξω μια κλανιά. Δεν ξέρω τι θα κάνεις άλλα πρέπει να την πιάσεις και να μου την φέρεις πίσω. Συμφωνείς!
Φαντάρος: Σύμφωνοί κύριε λοχαγέ μου.
Λοχαγός: Έτοιμος;
Φαντάρος: Ναι κύριε λοχαγέ!
Λοχαγός: Πρρρρρ! Τρέξε πιαστεί ρε μα**κα!
Ο φαντάρος με τι μία αρχίζει να τρέχει. Πηδάει από το παράθυρο και γίνεται καπνός. Περνάνε 3 μέρες πουθενά ο φαντάρος. Την τέταρτη μέρα παρουσιάζεται στο γραφείο του λοχαγού μες τις μουτζούρες και με ξεσκισμένα ρούχα.
Λοχαγός: Τι έγινε παιδί μου; Την έπιασες την κλανιά;
Φαντάρος: Μάλιστα κύριε λοχαγέ μου!
Λοχαγός: Και που είναι για δώσε μου τι!
Φαντάρος: Πρρρρρ! Πάρτη κύριε λοχαγέ μου.
Σε ένα ήρεμο σαλούν στην άγρια δύση, ενώ όλα ήταν ήσυχα και όλοι βαριόντουσαν, μπουκάρει ένας αλαφιασμένος τύπος μέσα και γκαρίζει:
- Τρέξτε! Σε 10 λεπτά έρχεται ο John Wild!
Σηκώνονται όλοι και το βάζουν στα πόδια πανικόβλητοι προς όλες τις μεριές, φωνάζοντας. Μετά από λίγο ξαναμαζεύεται κόσμος.
Τότε μπουκάρει μέσα στο σαλούν ένας άλλος τύπος κατακόκκινος και φωνάζει:
- Τρέξτε όλοι! Σε 5 λεπτά έρχεται ο John Wild!
Αρχίζουν και τρέχουν όλοι κατατρομαγμένοι, γυναίκες ουρλιάζουν, παιδιά κλαίνε και επικρατεί σαματάς.
Μετά από λίγο ξαναμαζεύεται ο κόσμος.
Τότε ακούγονται βαριές πατημασιές και χαϊμαλιά να κουδουνίζουν και ένας σκοτεινός τύπος κλωτσάει την πόρτα.
Όλοι έχουν παγώσει.
Μπαίνει μέσα με αργά βήματα και κοιτάει δεξιά-αριστερά.
Δείχνει με το δάχτυλο τον καταστηματάρχη και του λέει:
- Ταμείο. Τώρα.
Ο μπάρμαν χωρίς δεύτερη κουβέντα του το δίνει.
Γυρνάει ο τύπος και δείχνει μία από τις χορεύτριες.
- Εσύ, πίπα τώρα.
Αμέσως η άλλη ορμάει και κάνει τη δουλειά της.
Τελειώνει ο τύπος και βγαίνει με το ταμείο λέγοντας:
- Α, και ξέχασα να σας πω... Ο John wild έρχεται σε 2 λεπτά!
Στις πύλες του παραδείσου περιμένουν 3 άνθρωποι για να μπουν μέσα. Ο ένας ήταν ληστής, ο άλλος δολοφόνος και ο τρίτος ομοφυλόφιλος. Έρχεται ο Άγιος Πέτρος και ρωτάει τον ληστή:
- Εσύ τέκνων μου τι έχεις κάνει στη ζωή σου;
- Τίποτα μωρέ, καμιά δεκαριά διαρρήξεις και 5-6 ληστείες...
- Λοιπόν, θα κάνεις 20 μετάνοιες, θα πληρώσεις και 20000 Ευρώ και μπορείς να περάσεις.
Έπειτα στρέφεται στον δολοφόνο:
- Εσύ μου έχεις αμαρτήσει;
- Ε, έχω κάνει μια δεκαριά φόνους μόνο...
- Μάλιστα... Θα κάνεις 40 μετάνοιες, θα πληρώσεις και 30000 Ευρώ και πέρνα
Τέλος ρωτάει και τον ομοφυλόφιλο:
- Εσύ τι έχεις κάνει στη ζωή σου;
- Ε, τίποτα... ήμουνα μόνο.
- ; Χέσε 30 φορές και πήγαινε στον απόστολο Ιωάννη!
Τι να κάνει ο καημένος, χέζει 30 φορές και πάει στον απόστολο Ιωάννη, ο οποίος μόλις ακούει το ποιων του, τον βάζει να χέσει άλλες 100 φορές και τον παραπέμπει στον απόστολο Παύλο:
- Τι έχεις κάνει και σε στέλνουν σε μένα;
- Ε, ήμουνα ...
- Χέσε 400 φορές και πήγαινε στο Θεό!
Τι να κάνει ο άνθρωπος, ζορίζεται 10 μέρες και τέλος πάντων πηγαίνει στο Θεό.
- Θεέ μου του λέει, γιατί τον ληστή και τον δολοφόνο τους άφησες έτσι απλά να περάσουν και μένα με ξεκόλωσες στο χέσιμο;
- Για να μάθεις ρε άχρηστε για ποιο λόγο σου έδωσα εγώ τον κόλο!
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ ο κυρ-Γιώργης γύριζε κουρασμένος από τη δουλειά.
Καθώς προχωρούσε κατά μήκος του ήσυχου συνοικιακού δρόμου που βρισκόταν το σπίτι του, βλέπει τον φίλο του τον Νώντα να κάθεται σκεφτικός στα σκαλοπάτια του δικού του σπιτιού, που βρισκόταν στον ίδιο δρόμο και σε μικρή απόσταση από το δικό του.
- Τί συμβαίνει,Νώντα; Γιατί κάθεσαι εδώ με τέτοιο κρύο;
- Τί να γίνει, ρε Γιώργη, να... καπνίζει το τζάκι μου απόψε και βγήκα να πάρω μια ανάσα, με έπνιξε, βλέπεις ο καπνός...
- Α! Αυτό δεν είναι πρόβλημα,αδελφέ! Εγώ ξέρω από τέτοια, πάω μέσα να βρω την αιτία αμέσως...
Ανέβηκε τα λιγοστά σκαλιά τρέχοντας και πριν προλάβει ο Νώντας να πει λέξη, έσπρωξε τη πόρτα και μπήκε μέσα. Την ίδια στιγμή όμως μπαμ! του ήρθε ένα κούτσουρο, από κείνα που ήσαν δίπλα στο τζάκι, στο κεφάλι, ενώ μια γυναικεία φωνή ακούστηκε να στριγγλίζει και να λέει.
- Τόλμησες και μπήκες μέσα πάλι, βρε μπεκρούλιακα; Τσακίσου και βγες έξω, εκεί, στα σκαλιά θα κοιμηθείς απόψε...
Γύρισε ο καημένος ο κυρ-Γιώργης μπρος πίσω και κατέβηκε τα σκαλιά.
Περνώντας δίπλα από τον Νώντα που καθόταν εκεί, στην ίδια θέση ακούνητος, τον χτύπησε με συμπόνια στην πλάτη και του είπε.
- Μη στενοχωριέσαι, ρε φίλε! Πολλές φορές και το δικό μου τζάκι καπνίζει, τί να κάνουμε;
Ένας τύπος που δεν αισθάνεται πολύ καλά, πάει στο γιατρό, που του λέει ότι αν δεν αλλάξει τρόπο ζωής, δεν θα ζήσει για πολύ.
Όταν είπε στο γιατρό το πρόγραμμα της ημέρας του, ο γιατρός του είπε ότι, αντί να παίρνει το τραίνο, κάθε μέρα, για να πάει στη δουλειά του, θα έπρεπε να πηγαίνει με το σπόρ αυτοκίνητό του, με ανοικτή τη σκεπή, για να παίρνει καθαρό αέρα.
Αυτό έκανε ο ασθενής, αλλά δεν είδε βελτίωση.
Τότε ο γιατρός του σύστησε να αφήσει το αυτοκίνητο και να πάρει
Ποδήλατο. Ο τύπος διαμαρτύρεται ότι είναι μεγάλη απόσταση, ο γιατρός επιμένει και, τελικά, πάιρνει ποδήλατο. Αλλά καμιά βελτίωση πάλι.
Τότε ο γιατρός του είπε να πάρει ένα στεφάνι βαρελιού κι ένα ξυλάκι και να κυλάει το τσέρκι, κάθε πρωί, μέχρι το γραφείο του και μετά πίσω στο σπίτι, το βράδυ. Διαμαρτύρεται ο ασθενής, φωνάζει, αλλά στο τέλος πείθεται στο τέλος κι αγοράζει το τσέρκι.
- Πώς αισθάνεσαι; ρωτάει ο γιατρός.
- Περίφημα, λέει αυτός και συνεχίζει να τρέχει με το τσέρκι κάθε πρωί και κάθε βράδυ.
Κάποτε όμως, βρήκε το τσέρκι στραβωμένο και στραπατσαρισμένο, εκεί που το είχε παρκάρει, στο υπόγειο γκαράζ.
- Κάποιος έκανε όπισθεν και δεν το είδε. Δεν είναι δα και καμιά μεγάλη ζημιά, προσπαθεί να τον ησυχάσει ο γκαραζιέρης. Η ασφάλεια θα πληρώσει.
- Η ασφάλεια; Δεν είναι μεγάλη ζημιά; Μούτζωσε την ασφάλεια! Εγώ πώς θα πάω σπίτι μου τώρα, μου λες;
Πάνε δυό φίλοι, ο Μήτσος και ο Κώστας, στο βουνό για ορειβασία και πέφτουν σε μια χιονοθύελλα τρομερή.
Για καλή τους τύχη πετυχαίνουν εκεί κοντά σε ένα χωριό ένα σπίτι και ζητούν καταφύγιο για να περάσουν την νύχτα. Τους προκύπτει εκεί πέρα μια ωραία χήρα και τους λέει ότι για λόγους κουτσομπολιού δεν μπορούν να μείνουν στο σπίτι, αλλά στον στάβλο που είναι άδειος και καθαρός.
Φυσικά οι τύποι δέχονται, άλλωστε είχαν και τον κατάλληλο εξοπλισμό: υπνόσακκο, κάριματ, θερμικά εσώρουχα, ρούχα κλπ. Βολεύονται λοιπόν την νύχτα και γυρίζουν μετά στην Αθήνα. Μετά από εννιά μήνες έρχεται ένας δικηγόρος στον Κώστα σταλμένος από την χήρα, του λέει κάτι και παθαίνει ζημιά! Τηλεφωνεί λοιπόν στον Μήτσο να ρωτήσει:
- Έλα ρε Μήτσο, θυμάσαι την ωραία χήρα που μας φιλοξένησε;
- Φυσικά, γιατί ρωτάς;
- Μήπως ρε το βράδυ που κοιμόμουνα πήγες στο σπίτι της και την πήδηξες;
- Μμμ, ναι, δεν μπορούσα να συγκρατηθώ.
- Μάλιστα, μήπως της έδωσες και το δικό μου όνομα για δικό σου;
- Ναι, ρε συγγνώμη, ελπίζω να μην σε πειράζει.
- Όχι, καθόλου γιατί πέθανε και μου άφησε όλη την περιουσία της!