if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
Δημοφιλή ανέκδοτα - Page 559
Skip to main content
A man and wife attended church one evening, and the wife decided that it was time to stop her husband from sleeping in Church.
So, she took her hat pin and decided she would poke him every time he fell asleep. Right about the first time he falls asleep, the preacher asks,"And who created the Universe?" The wife poked her husband and he awakes and yells, "My God!" The second time he falls asleep, the preacher asks, "And who died on the cross for you?" She pokes her husband and he screams, "Jesus Сhrisт!" The third time, the Preacher asks, " And what did Eve say to Adam after she bore him his 99th son?" The wife pokes her husband and he jumps up and yells,"By God, if you poke me with that thing one more time, I am going to break it OFF!"
Πηγαίνει κάποιος στον γιατρό του:
- Γιατρέ, του λέει, το απόγευμα είναι να έλθει στο σπίτι μου μια σούπερ-γκόμενα, αλλά το κακό είναι ότι τελευταία δεν μου σηκώνεται... Μπορείς εσύ που ξέρεις τα πολλά κι ο νους σου κατεβάζει να κανείς κάτι γι αυτό και να βοηθήσεις την κατάσταση;
- Α, του λέει ο γιατρός, αυτό είναι απλό, πάρε αυτά τα χάπια και μια ώρα πριν έλθει η γκόμενα σπίτι σου πάρε ένα, ώστε μόλις έλθει η δική σου να είσαι απόλυτα έτοιμος,... αλλά είπαμε... μόνο ένα, γιατί αλλιώς... Μπορείς να πάθεις ζημιά...
Ο τύπος παίρνει τα χάπια και φεύγει...
Το βράδυ κατά τις δώδεκα η ώρα, ο γιατρός που έτσι κι αλλιώς δεν είχε και μεγάλη εμπιστοσύνη ότι ο άλλος θα ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες του, τον παίρνει τηλέφωνο στο σπίτι... ʼπαντα μια αδύνατη φωνή, που λες κι ερχόταν απ τον τάφο...
- Οριιιστεεε...
- Ε, ρε μεγάλε τι έγινε; Εντάξει το φάρμακο;
- Εεεεν τααξει Γιατρέ..., Απαντά ο άλλος αδύναμα.
- Τι εντάξει δηλαδή, είχε επιτυχία σε όλα; επιμένει ο γιατρός.
- Ααααπολυτηη, γιατρέ, εεπιτυυχιια...
- Μπράβο ρε μεγάλε, χαίρομαι πραγματικά, λέει ο γιατρός, ... Και ανησυχούσα ξέρεις, και δεν μου λες,... και η γκόμενα τι έγινε;
- Ααα, ... η... γκοοοομενα; Δεν ήρθε!, απαντάει ο άλλος, κοντεύοντας να ξεψυχήσει...
The boss of a big company needed to call one of his employees about an urgent problem with one of the main computers. He dialled the employees home phone number and was greeted with a childs whispered, "Hello?".
Feeling put out at the inconvenience of having to talk to a youngster the boss asked, "Is your Daddy home?"
"Yes", whispered the small voice.
"May I talk with him?" the man asked.
To the surprise of the boss, the small voice whispered, "No."
Wanting to talk with an adult, the boss asked, "Is your Mommy there?"
"Yes", came the answer.
"May I talk with her?"
Again the small voice whispered, "No".
Knowing that it was not likely that a young child would be left home alone, the boss decided he would just leave a message with the person who should be there watching over the child. "Is there any one there besides you?" the boss asked the child.
"Yes" whispered the child, "A policeman".
Wondering what a cop would be doing at his employees home, the boss asked, "May I speak with the policeman"?
"No, hes busy", whispered the child.
"Busy doing what?, asked the boss.
"Talking to Daddy and Mommy and the Fireman", came the whispered answer.
Growing concerned and even worried as he heard what sounded like a helicopter through the ear piece on the phone the boss asked, "What is that noise?"
"A hello-copper", answered the whispering voice.
"What is going on there?", asked the boss, now alarmed.
In an awed whispering voice the child answered, "The search team just landed the hello-copper"
Alarmed, concerned and more than just a little frustrated the boss asked, "Why are they there"?
Still whispering, the young voice replied along with a muffled giggle:
"Theyre looking for me"
Ένας νεαρός φοιτητής της ιατρικής , γιος γιατρού κι αυτός , αποφοιτεί προς μεγάλη χαρά του πατέρα του . Μετά την ορκωμοσία λέει στον πατέρα του να τον πάρει στη δουλειά να εξασκήσει τις γνώσεις του .
Πατέρας : Στάσου παιδί μου . Αυτά που έμαθες είναι άχρηστη θεωρία . Την πραγματική ιατρική τη μαθαίνει κανείς στην πράξη . Αύριο θα πάμε να επισκεφτούμε μαζί ασθενείς και θα καταλάβεις τι σου λέω .
Πηγαίνουν , λοιπόν , οι δυο τους στην πρώτη ασθενή , μια παντρεμένη νοικοκυρά γύρω στα σαράντα κατάκοιτη από τους πόνους στη μέση . Ο πατέρας γιατρός πάει να της γράψει τη συνταγή , του πέφτει ο στύλος στο πάτωμα , τον μαζεύει και λέει στη γυναίκα :
Πατέρας : Κυρία μου , θα πρέπει να κουράζεστε λιγότερο . Δουλεύετε πάρα πολύ μέσα στο σπίτι και δεν κάνει . Λίγη ανάπαυση δεν βλάπτει .
Γυναίκα : Έχετε δίκιο γιατρέ μου κι ο άνδρας μου μου το λέει αλλά δεν τον ακούω . Θέλω να είναι όλα στην εντέλεια μέσα στο σπίτι , το χω πάρει απ τη μάνα μου .
Όταν βγήκαν από το διαμέρισμα λέει ο γιατρός junior στο μεγάλο :
Γιος : Πώς κατάλαβες ότι κάνει πολλές δουλειές ;
Πατέρας : Να , παιδί μου . άφησα το στυλό να πέσει χάμω , επίτηδες . Όταν έσκυψα να τον μαζέψω είδα ότι το πάτωμα έλαμπε από καθαριότητα . Δεν υπήρχε σκόνη ούτε για δείγμα . Έτσι κατάλαβα ότι η γυναίκα σκοτώνεται στη δουλειά . Την επόμενη ασθενή θα την εξετάσεις εσύ να δούμε τι έμαθες .
Φτάνουν στην επόμενη ασθενή και την βρίσκουν κατάκοιτη στο κρεβάτι . Πάει ο μικρός γιατρός να γράψει τη συνταγή , αφήνει το στυλό να πέσει στο πάτωμα , τον μαζεύει και λέει :
Γιος : Κυρία μου , κουράζεστε πολύ . Κάνετε πάρα πολλές δουλειές για την ενορία αλλά θα πρέπει να τις μετριάσετε λίγο , γιατί θα σας τρέχουμε στο νοσοκομείο . Δεν λέω , ευλογία Κυρίου είναι να εργάζεστε για την ενορία αλλά " παν μέτρον άριστον ".
Γυναίκα : Αχ , ναι γιατρέ μου έχετε απόλυτο δίκιο . Θα πρέπει να δουλεύω λιγότερο για την ενορία .
Όταν βγήκαν λέει ο πατέρας γεμάτος απορία :
Πατέρας : Πώς κατάλαβες ότι εργάζεται για την ενορία ;
Γιος : Να , όταν έσκυψα να μαζέψω τον στυλό , είδα τον παπά κάτω απ το κρεβάτι .
A traveling salesman is in a small town in the midwest, when his trip is suddenly prolonged for an extra month.
He was already getting bored there and over the course of the extra month he becomes very homesick. Finally, he decides to give in to temptation and visit the local brothel. He walks up to the madam and hands her a hundred dollars and says, "Give me the worst blowj** in town." The madam says, "For this kind of money, you can have the best blowj**."
"No, no," says the man, "You dont understand, I'm not hоrny, I'm homesick."
Ο Κώστας, ο Πέτρος και ο Νίκος είναι οι μόνοι επιζ ώντες από τη συντριβή ενός αεροσκάφους στη μέση της ζούγκλας.
Προχωρώντας στο δάσος εμφανίζονται κάποιοι μαύροι, ντυμένοι με παραδοσιακές αφρικανικές στολές και τους συλλαμβάνουν. Όταν τους παρουσιάζουν στον αρχηγό της φυλής για να αποφασίσει για την τύχη τους, εκείνος τους λέει:
- Ακούστε, ξένοι. Εμείς εδώ είμαστε μια φυλή ανθρωποφάγων. Επειδή όμως είμαστε... πολιτισμένοι ανθρωποφάγοι, θα σας δώσω μια ευκαιρία να γλιτώσετε τις ζωές σας. Αν κάποιος από σας μου πει κάτι που να μην το έχουμε, θα χαριστεί η ζωή και στους τρεις σας.
Σκέφτονται λοιπόν όλοι και αρχίζουν:
Κώστας: Κινητό τηλέφωνο έχετε;
- ΑΛαμπούλα γιαλαμπούλα, λέει ο αρχηγός και τους οδηγούν σε μία αίθουσα με τις μεγαλύτερες και καλύτερες μάρκες κινητών.
Πέτρος: Πυραύλους έχετε;
- Αλαμπούμπου μαχαμπού, λέει ο αρχηγός και αποκολλάται η μια πλευρά του γειτονικού βουνού, και εμφανίζονται συστοιχίες πυραύλων τεχνολογίας άγνωστης στο δυτικό πολιτισμό.
Σκέφτεται και ο Νίκος...
- Τοπική κομματική επιτροπή έχετε;
- Χμμμμ... Τοπική κομματική επιτροπή... δεν έχουμε...
- Περιφερειακή κομματική επιτροπή έχετε;
- Χμμμ... Ούτε περιφερειακή κομματική επιτροπή έχουμε...
- Κεντρική κομματική επιτροπή έχετε;
- Όχι, όχι, ούτε κεντρική κομματική επιτροπή έχουμε...
- Ε, ποιος π... Ης σας έμαθε να τρώτε ανθρώπους;
Μόναχο, ένα υγρό απόγευμ α σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Ο κύριος Βασίλης Τσάπας, χρόνια τώρα μετανάστης στη Γερμανία, επιστρέφει στην πατρίδα, αφού έχει αποκτήσει μεγάλη περιουσία με σκληρή δουλειά. Ο σταθμός είναι σχεδόν άδειος και ο Βασίλης βαδίζει πάνω-κάτω αναμένοντας.
Σε μια στιγμή, το μάτι του αντιλαμβάνεται ένα ορθογώνιο κουτί, περίπου δύο μέτρα σε ύψος, ένα μέτρο πλάτος και άλλο τόσο βάθος (κάτι σαν αυτόματο πωλητή της pepsi), με πολλά λαμπιόνια, μια φωτεινή πινακίδα με scrolling message, μια σχισμή και ένα φαρδύ κόκκινο κουμπί. Το μήνυμα που κυλούσε στην πινακίδα έλεγε:
"Η μηχανή που γνωρίζει τα πάντα. Ρίξτε συνολικά δύο μάρκα σε κέρματα στη σχισμή και πατήστε το φαρδύ, κόκκινο κουμπί."
Παραξενεύτηκε ο Βασίλης, του περίσσευαν και μερικά μάρκα, στην πατρίδα του γυρνούσε, το τρένο δεν θα ερχότανε για δέκα λεπτά ακόμη, έριξε το αντίστοιχο των δύο μάρκων στη σχισμή και πάτησε το κουμπί. Το φωτεινό μήνυμα έσβησε, μετά ξανάναψε δείνοντας περίεργα ακατανόητα σχήματα, ξαναέσβησε, περίεργοι ήχοι ακούστηκαν, και τελικά το εξής μήνυμα άρχισε να κυλάει στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Έχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Ο Βασίλης κοκκάλωσε. Ανάπνευσε, κούνησε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά, έβγαλε τα γυαλιά του, τα έτριψε, ψυχοψάχτηκε, ανέλυσε, αλλά η απορία του έμεινε: Πως είναι δυνατόν μία μηχανή στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου να ξέρει τα πάντα για αυτόν;
Μονομιάς, μπαίνει μέσα στο σταθμό, χαλάει μερικά μάρκα ακόμη, πηγαίνει στις τουαλέτες, ανοίγει μία από τις βαλίτσες του, φοράει ένα εντελώς διαφορετικό παντελόνι, τρεις μπλούζες, από τις οποίες τη μία
Ανάποδα, χτενίζει τα μαλλιά του από την αντίθετη φορά, αντικαθιστά της αρβύλες του με ένα ζευγάρι δερμάτινα σαντάλια, βάζει όλα τα χαρτιά του (ταυτότητες, διαβατήρια, πιστωτικές κάρτες) μέσα στη βαλίτσα, παραδίδει τη βαλίτσα για φύλαξη και ξαναπάει μπρος στο μηχάνημα. Ρίχνει το αντίστοιχο δύο μάρκων στη σχισμή και πατάει το φαρδύ, κόκκινο κουμπί.
Το φωτεινό μήνυμα σβήνει, ξανανάβει δείνοντας περίεργα ακατανόητα σχήματα, ξανασβήνει, περίεργοι ήχοι ακούγονται, και τελικά το εξής μήνυμα αρχίζει να κυλάει στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Ο Βασίλης τα παίρνει. Τρεχάτος μπαίνει στο σταθμό, ανακτάει της βαλίτσες του από την υπηρεσία φύλαξης, μπαίνει στις τουαλέτες, βγάζει ένα μεγάλο ξυράφι, ξυρίζει το κεφάλι του, γδύνεται εντελώς, φοράει το πορτοκαλί ράσο που μόλις αγόρασε από το τμήμα σουβενίρ του σταθμού, και ξυπόλυτος τρέχει πίσω στο μηχάνημα, το οποίο μετά από την γνωστή διαδικασία αναβοσβήματος των λαμπιονιών του, δίνει την ίδια απαράλαχτη απάντηση:
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Τρελαίνεται. Αγοράζει ένα σετ αλυσίδες από το τμήμα σουβενίρ, μια ξανθή μακρυμάλλικη περούκα, δερμάτινο παντελόνι, μαντήλες, ραφτά iron maiden, τα φοράει όλα, υιοθετεί προσωρινά καμπoυριασμένο περπάτημα και κακόμοιρο ύφος και πλησιάζει το μηχάνημα. Ρίχνει το αντίστοιχο δύο μάρκων σε κέρματα στη σχισμή και πατάει το φαρδύ, τεράστιο και εχθρικό κόκκινο κουμπί. Η μηχανή σβήνει, ξανανάβει, θορυβεί, και ξανασβήνει. Κανει μια μετρήσιμη παύση και τελικά, με μεγάλα γράμματα το παρακάτω μήνυμα αρχίζει να κυλάει από τα δεξιά προς τα αριστερά πάνω στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη, αλλά με τις αηδίες που έκανες έχασες το τρένο των 19:00 για θεσσαλονίκη και δεν θα γυρίσεις σπίτι σου. Τουλάχιστον όχι σήμερα."