Δημοφιλή ανέκδοτα

Κάποτε ήταν ένα ζευγάρι που κάθε βράδυ κάνανε έρωτα για πάρα πολλές φορές.
Ένα πρωινό ξυπνάει ο άντρας και βλέπει το πουλί του μπλε...
Πάει κλαμένος στη γυναίκα του και η γυναίκα του του λέει να πάνε στο γιατρό.
Πάνε λοιπόν και η διάγνωση ήταν ότι έπρεπε να το κάψουνε αλλιώς θα πέθαινε και ο ίδιος.
Ο άντρας ήταν ανένδοτος.
- Θα πάμε σε όλους τους γιατρούς του κόσμου, του είπε η γυναίκα του. Κάποιον θα βρούμε που να μπορεί να κάνει κάτι!
Πράγματι γυρίσανε όλο τον κόσμο και όλοι οι γιατροί του λέγανε το ίδιο πράγμα...
Μέσα στην απελπισία τους ακούσανε για έναν μάγο στην Αφρική.
Ξεκίνησαν λοιπόν για την μοναδική τους ελπίδα.
Φτάσανε στον μάγο και λέει ο άντρας:
- Μάγε μου, νο κόψει κόψει
Ο μάγος τους είπε να πηγαίνουν κάθε μέρα για δέκα μέρες και θα έβρισκε την γιατρειά του.
1η μέρα.
- Μάγε μου, νο κόψει κόψει, λέει ο άντρας.
- Νο κόψει κόψει, λέει ο μάγος.
2η μέρα.
- Μάγε μου, νο κόψει κόψει, λέει ο άντρας.
- Νο κόψει κόψει, λέει ο μάγος.
3η μέρα.
- Μάγε μου, νο κόψει κόψει, λέει ο άντρας.
- Νο κόψει κόψει, λέει ο μάγος.
4η μέρα.
- Μάγε μου, νο κόψει κόψει, λέει ο άντρας.
- Νο κόψει κόψει, λέει ο μάγος.
5η μέρα.
- Μάγε μου, νο κόψει κόψει, λέει ο άντρας.
- Νο κόψει κόψει, λέει ο μάγος.
6η μέρα.
- Μάγε μου, νο κόψει κόψει, λέει ο άντρας.
- Νο κόψει κόψει, λέει ο μάγος.
7η μέρα.
- Μάγε μου, νο κόψει κόψει, λέει ο άντρας.
- Νο κόψει κόψει, λέει ο μάγος.
8η μέρα.
- Μάγε μου, νο κόψει κόψει, λέει ο άντρας.
- Νο κόψει κόψει, λέει ο μάγος.
9η μέρα.
- Μάγε μου, νο κόψει κόψει, λέει ο άντρας.
- Νο κόψει κόψει, λέει ο μάγος.
10η μέρα.
- Μάγε μου, νο κόψει κόψει, λέει ο άντρας.
- Νο κόψει κόψει, λέει ο μάγος. Βάζουμε αλοιφή... Πέσει μόνο του...
Μια μέρα η δασκάλα ζήτησε από τα παιδιά να φέρουν από ένα φρούτο ή ένα λαχανικό για να μάθουν να τα αναγνωρίζουν .
- Τι έφερες , Μαρία ;
- Εγώ έχω φέρει ένα πράγμα που είναι στρογγυλό , πορτοκαλί , νόστιμο και πολύ ζουμερό .
- Για πείτε μου παιδιά , τι έφερε η Μαρία ;
- Πορτοκάλιιιιιι , απαντούν τα παιδιά . Και η Μαρία έβγαλε από την τσάντα της το πορτοκάλι και το έδειξε στα παιδιά .
- Τι έχεις εσύ , Γιαννάκη ;
- Έχω ένα πράγμα πράσινο, που έχει γύρω - γύρω μεγάλα πράσινα φύλλα και είναι πολύ νόστιμο .
- Για πείτε μου παιδιά , τι έχει ο Γιαννάκης ;
- Μαρούλιιιιιιιι , απαντούν τα παιδιά . Και ο Γιαννάκης έδειξε το μαρούλι που είχε σε μια σακούλα .
Αυτό συνεχίστηκε για ώρα μέχρι που όλα σχεδόν τα παιδιά μίλησαν γι αυτά που έφεραν . Όση ώρα μιλούσαν τα άλλα παιδιά η δασκάλα έριχνε κλεφτές ματιές στο Μπόμπο , ο οποίος καθόταν ήσυχος στο θρανίο του έχοντας το δεξί του χέρι συνέχεια στην τσέπη του παντελονιού του .
Φοβόταν λίγο να τον ρωτήσει αλλά στο τέλος του είπε δειλά :
- Εσύ, Μπόμπο, έφερες κάτι ;
- Εγώ , έχω κάτι που είναι λίγο σκούρο , μακρουλό και λίγο χοντρουλό . Της μαμάς μου και της αδελφής μου τους αρέσει πολύ , λένε ότι είναι νοστιμότατη , τρελαίνονται γι αυτή , αλλά εμένα δε μ αρέσει , είναι αηδία ! Να τη βγάλω ;
- Όχι ! φωνάζει έντρομη η δασκάλα .
- Α ! κατάλαβα , λέει γελώντας ο Μπόμπος . Ούτε σε σας αρέσει η πατάτα !
Η κυρα-Μαρία στέλνει τον άντρα της τον κυρ-Στέλιο στην αγορά να πάρει σαλιγκάρια .
" Μη πιάσεις τη κουβέντα στην αγορά . Να πας και να γυρίσεις αμέσως . Δε θα προλάβουνε να γίνουνε τα σαλιγκάρια για το μεσημέρι "
Φεύγει ο κυρ-Στέλιος και πάει γρήγορα-γρήγορα στην αγορά , παίρνει τα σαλιγκάρια και ξεκινάει για το σπίτι .
Καθώς περνούσε από ένα καφενείο κοντά στην αγορά , βλέπει μέσα 2 φίλους του να πίνουν το ουζάκι τους . Τους χαιρετάει και κάθεται μαζί τους " για λίγο , γιατί πρέπει να γυρίσει γρήγορα στο σπίτι ". Πίνει κι αυτός τα ουζάκια του , ένα , δύο , τρία καραφάκια όταν θυμάται τη γυναίκα του .
" Αμάν ! άργησα ! Φεύγω , θα τα πούμε μια άλλη φορά ! " και φεύγει βιαστικός .
Είχε φτάσει στα μισά του δρόμου όταν βλέπει το γείτονά του τον Θανάση .
" Πάμε για καμιά μπυρίτσα ; ", του λέει ο Θανάσης .
" Έχω αργήσει , Θανάση μου . Αλλά μη σου χαλάσω το χατίρι . Πάμε, αλλά για λίγο "
Και κάθονται σε ένα μαγαζάκι . Πίνουν μια , δυο , τρεις , δέκα , έντεκα μπύρες και ξαφνικά ο κυρ-Στέλιος κοιτάζει το ρολόι του . Είναι 5 η ώρα .
" Ποιος την ακούει τη κυρα-Μαρία ! " λέει και σηκώνεται να φύγει . Έχει ψιλομεθύσει , του αρέσει άλλωστε το ποτό . Προχωράει όσο πιο γρήγορα μπορεί , αλλά 2 τετράγωνα πριν από το σπίτι του , συναντάει το φίλο του το Βαγγέλη .
" Έλα για λίγο στο σπίτι " του λέει ο Βαγγέλης . " Aνοιξα χθες ένα καινούργιο βαρέλι κρασί . Πρέπει να το δοκιμάσουμε ! "
Ανεβαίνει ο κυρ-Στέλιος στο σπίτι του Βαγγέλη με τα σαλιγκάρια στο χέρι . Δοκιμάζει το καινούργιο κρασί και πριν προλάβει να τελειώσει το δεκατοπέμπτο ποτήρι διαπιστώνει ότι έχει σκοτεινιάσει . Δεν τον παίρνουν τα πόδια του , αλλά τρεκλίζοντας και με τα σαλιγκάρια παραμάσχαλα πάει προς το σπίτι .
"Δε θα ξανασταματήσω πουθενά ! " λέει μέσα στο μεθύσι του .
Φτάνει στο σπίτι , βγάζει τα κλειδιά , προσπαθεί να βρει το σωστό κλειδί . Δύσκολο όμως με το μεθύσι που έχει . Παραπατάει και του πέφτει η σακούλα με τα σαλιγκάρια από τα χέρια . Σκίζεται και χύνονται τα σαλιγκάρια στα σκαλοπάτια .
Η κυρα-Μαρία που καθόταν στα καρφιά από το πρωί , μόλις άκουσε το θόρυβο άνοιξε την πόρτα έξαλλη , έτοιμη να του χιμήξει .
" Που ήσουνα , βρε γαϊδούρι , όλη μέρα ; "
Κι ο κυρ-Στέλιος :
" Σσσσσσσσστ , μη φωνάζεις ! Δε βλέπεις ; "
Της λέει δείχνοντας τα σαλιγκάρια . Και γυρίζοντας προς τα πεσμένα σαλιγκάρια τους :
" Ελάτε ? ελάτε ? ελάτε , σαλιγκαράκια μου , κουράγιο , λίγο ακόμα και φτάσαμε !"