Δημοφιλή ανέκδοτα

Ήταν ένας βοσκός και είχε μια στάνη. Κάποτε αγόρασε ένα γουρουνάκι και το μεγάλωνε με μεγάλη αγάπη. Όταν όμως έφτασε ο καιρός να το σφάξει το λυπότανε. Έτσι λοιπόν αποφάσισε να το αφήσει ελεύθερο. Το πάει και το αφήνει στα εκατό μέτρα από τη στάνη, γυρίζει πίσω και το γουρουνάκι ήταν εκεί. Το πάει στα πεντακόσια μέτρα, γυρνάει, το γουρουνάκι πάλι εκεί. Το πάει στο ένα χιλιόμετρο, γυρνάει, το γουρουνάκι πάλι εκεί. Το πάει κάτω στην πόλη, το αφήνει, γυρνάει, και πάλι εκεί το γουρουνάκι. Το πάει στο αεροδρόμιο το βάζει σε ένα αεροπλάνο, το αεροπλάνο φεύγει, γυρνάει πίσω πουθενά το γουρουνάκι.
Πέφτει σύρμα ότι ο Ρίκι Μάρτινθα έρθει στην Ελλάδα. Το μαθαίνει όλος ο κόσμος και γίνετε μια κοσμοσυρροή στο αεροδρόμιο. Πανό, συνθήματα, κοπέλες να φωνάζουν Ρίκι- Ρίκι, τις κακομοίρας. Φτάνει το αεροπλάνο, ανοίγει η πόρτα και βγάνει ο Τόνυ Μπλερ. Απογοητεύεται ο κόσμος και φεύγει. Την δεύτερη μέρα το ψιλολένε και τα ραδιόφωνα, μαζεύεται πιο πολύς κόσμος, πάλι πανό, πάλι συνθήματα, φτάνει το αεροπλάνο ανοίγει η πόρτα και βγαίνει ο Σαντάμ Χουσεΐν. Τσαντίλες από τον κόσμο, πετιούνται ντομάτες, τέλος πάντων φεύγουν πάλι. Την τρίτη μέρα, έχει ανακοινωθεί παντού πια, κανάλια τηλεόρασης, ραδιοφωνικοί σταθμοί, εφημερίδες, όλοι το λένε και το ξαναλένε. Λαός λοιπόν και πάλι στο αεροδρόμιο, πιο πολύς αυτή τη φορά, πανό, βεγγαλικά, συνθήματα, φωτοβολίδες, κον φετί, ένας πανικός. Φτάνει το αεροπλάνο, προσγειώνεται, ανοίγει η πόρτα και βγαίνει το γουρουνάκι.
Ο σύζυγος νταλικέρης. Η σύζυγος... Ζωηρή. Αυτός φεύγει για ταξίδι κι αυτή βρίσκει ευκαιρία να καλέσει σπίτι τον εραστή της. Εκεί που είναι έτοιμοι ν αρχίσουν όμως, χτυπάει το κουδούνι.
- Καήκαμε, ο άντρας μου, λέει αυτή. Γρήγορα κρύψου στη ντουλάπα. Ανοίγει την πόρτα, αλλά δεν ήταν ο άντρας της. Ήταν ένας παλιός εραστής που τη θυμήθηκε κι ήρθε να τη δει. Ο σύζυγος όμως έχει ακυρώσει το δρομολόγιο κι επιστρέφει σπίτι, θέλοντας να κάνει έκπληξη στη γυναικούλα του. Χτυπάει το κουδούνι.
- Καήκαμε, αυτή τη φορά είναι σίγουρα ο άντρας μου, κρύψου.
- Να μπω στην ντουλάπα;
- Όχι, όχι στην ντουλάπα. Μπες κάτω απ το κρεβάτι, και τον σπρώχνει κάτω απ το κρεβάτι έτσι όπως ήταν γυμνός. Ανοίγει την πόρτα στον άντρα της, αυτός τη βλέπει με τη νυχτικιά, του ρχεται μια όρεξη και την πάει κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί αφού κάνουν ότι κάνουν αυτός ανάβει τσιγάρο. Εκεί που το καπνίζει όμως βλέπει κάτω απ το κρεβάτι να προεξέχει ένας κώλος.
- Τι είναι αυτό, γυναίκα;
- Α, αυτό είναι το καινούργιο μας σταχτοδοχείο, λέει αυτή.
- Ε, αφού είναι το σταχτοδοχείο, ας το εγκαινιάσουμε. Και σβήνει μέσα το τσιγάρο του.
- Φωτιάααα, Φωτιάααα! ακούγεται μια φωνή κάτω απ το κρεβάτι.
- Πρώτα τα έπιπλα, πρώτα τα έπιπλα! ακούγεται μια φωνή απ τη ντουλάπα!
Ήτανε μια φορά ένας χωρικός λίγο βραδύγλωσσος. Έρχεται κάποια μέρα στην Αθήνα και πάει στο Ιατρικό Κέντρο εκεί στο Μαρούσι. Πλησιάζει τη κοπέλα στην είσοδο και της λέει:
- Ωρι-ρι-ριλά θέλω Η κοπέλα τον καθοδηγεί και σε λίγο βρίσκεται μπροστά στο γραφείο του γιατρού να του εξηγεί το πρόβλημά του:
- Εγώ-γώ γιατρέ μου έχω κο-κο-κότες και πα-πα-πάπιες. Τις έχω μέσα στο κο-κο- κοτέτσι και το πρω-πρωί τις βγάζω και το βρα-βράδι τις ξα-ξα-ξαναβάζω πα-πα-πάλι.
Ο γιατρός τον κοιτάει περίεργα, γιατί εκτός του ότι σπάζεται με το ρατάρισμα, δεν βλέπει και τι τον ενδιαφέρουν αυτόν τα πουλερικά.
- Ωραία όλα αυτά κύριέ μου και χαίρομαι για σας, του λέει. Δεν βλέπω όμως εγώ που μπορώ να βοηθήσω.
- Πε-πε-περίμενε γιατρέ μου, του λέει ο χωρικός. Το πρω-πρωί που λές τους ανοίγω την πο-πο-πόρτα και φωνάζω "Πα, πα, Πα" και έξω οι Πα-πα-πάπιες ! Με-με-μετά ξξξξαναφωνάζω "Κο, κο, κο" και έξω κι οι κο-κο-κότες.
- Εμένα τι με κόφτει άνθρωπέ μου τι κάνεις εσύ με τις πάπιες και τις κότες;, διαμαρ- τύρεται ο γιατρός που αρχίζει να εκνευρίζεται χοντρά. Γιατρός είμαι δεν είμαι πτηνοτρόφος !
- Μη-μη-μη βιάζεσαι θα σου εξξξξξηγη- γήσω, συνεχίζει απτόητος ο χωρικός. Το βρα-βράδι ξξξξανανοίγω τη πο-πο-πόρτα και φωνάζω "Πα, πα, Πα" και μέσα οι Πα-πα- πάπιες ! Με-με-μετά "Κο, κο, κο" και μέσα κι οι κο-κο-κότες... εκτός από μια.
- Ε βάλτην κι αυτήν τη μία μέσα να κάνουμε και καμμιά δουλειά !, διακόπτει ο γιατρός που έχει πάρει ανάποδες.
- Δε-δεν μπαίνει με τι-τι-τίποτα η κα-κα- καριόλα με-με-μέσα, επιμένει ο "ασθενής". Το Χρι-χρι-χριστό σου, αρχίζω το-το-τότε εγώ, τη Πα-Πα-Παναγί... έξω οι πα-πάπιες.
Χτυπάει το τηλέφωνο κάποια φορά, στο σπίτι ενός τύπου γύρω στις 3 το πρωί. Ο τύπος μέσα στον ύπνο του, σηκώνει εκτός από το τηλέφωνο, όλη την προίκα που είχε ακουμπισμένη στο κομοδίνο. Με δυσκολία φέρνει το ακουστικό στο αυτί, και με μεγαλύτερη δυσκολία αρθρώνει ένα ξεψυχισμένο.. "Εμπρός"...
Από την άλλη πλευρά της γραμμής, ακούγεται ένας τύπος να φωνάζει με μεγάλο ενθουσιασμό...
- Μιλαω! Μιλαω!
- Σάλτα και γαμήσου ρε μαλάκα πρωινιάτικα, φορτώνει ο τύπος βρίσκοντας ξαφνικά τη χαμένη του ενέργεια και κλείνει το τηλέφωνο.
Ο ύπνος του τύπου συνεχίζεται ήσυχος μέχρι το πρωί. Το επόμενο βράδυ, και ενώ ο τύπος έχει γυρίσει πτώμα από τη δουλειά και κοιμάται βαθιά, κατά τις τρεις η ώρα ξαναχτυπάει το πρωί. Το σκηνικό επαναλαμβάνεται, και αυτή τη φορά εκτός από το τηλέφωνο, ο τύπος σηκώνει και τους γείτονες του απο κάτω διαμερίσματος στο πόδι, πετώντας κάτω το λαμπατέρ. Παρ όλα αυτά απαντάει στο τηλέφωνο..
- Ναι;..
Και πάλι ο ίδιος ενθουσιώδης τύπος αρχίζει να φωνάζει ...
- Μιλαω! Μιλαω!
- Αντε γαμήσου ρε παπάρα, τι χούι είναι αυτό πάλι ; κόψε την πρωινή και άσε με ήσυχο να κοιμηθώ... λέει ο τύπος και κλείνει το τηλέφωνο απότομα.
Το επόμενο βράδυ, και ενώ ο τύπος κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, κλασσικά στις 3 η ώρα χτυπάει το τηλέφωνο. Ο τύπος το σηκώνει, φανερά αγανακτισμένος από την κατάσταση, και απαντάει..
- Τι θες ρε φίλε πρωινιάτικα πάλι;
Όπως και τις δύο προηγούμενες μέρες, ο ενθουσιώδης τύπος αρχίζει να φωνάζει...
- Μιλαω! Μιλαω!
- Ρε παπάρα.. και εγώ μιλάω.. αλλά δεν σε παίρνω 3 η ώρα το πρωί τηλέφωνο για να στο πω, του λέει με στόμφο ο τύπος..
- Ναι, αλλά εσύ δεν είσαι αγελάδα!
Η δασκάλα ζητάει απο τα παιδιά να της φέρουν ανεπτυγμένο το θέμα " Θεωρία και Πράξη " την επόμενη μέρα . Ο Μπόμπος στο σπίτι ζητάει την βοήθεια του πατέρα του . Ο Πατέρας του λέει . - " Πηγαίνει στην Μαμά σου και στη Αδελφή σου και ρώτησε της , αν θα πήγαιναν να κοιμηθούν μαζί με εκείνο το παλιόγερο που μένει απέναντι για 1.000.000 η κάθε μία . " Ο Μπόμπος πάει στην Μάνα του και αφού επακολουθεί ένας καβγάς και νυνουχίες τελικά παίρνει την απάντηση ότι για 10.000.000 και για χάρη των σπουδών των παιδιών της θα το έκανε . Στην συνέχεια πάει στην 17χρονη αδελφή του και εκεί αφού γίνεται άλλος καβγάς , παίρνει την απάντηση ότι για 10.000.000 θα πήγαινε αφού έτσι θα μπορούσε να γίνει μοντέλο . Ο Μπόμπος επιστρέφει στο πατέρα του και του λέει τις απαντήσεις. Και τότε ο πατέρας του λέει :
" Πρόσεξε τώρα παιδί μου. Θεωρητικά έχουμε 20.000.000 , πρακτικά όμως 2 πουτ.. Νες .
Μια φορά ήταν ένας τουρίστας που ταξίδευε με λεωφορείο. Μια μέρα λόγο παρατεταμένης στέρησης ρωτά τον εισπράκτορα για το που μπορεί να βρει μια γυναίκα. Ο εισπράκτορας του λέει:
- Εδώ πιο κάτω είναι ένα μοναστήρι και οι καλόγριες βγαίνουν για να ποτίσουν τα χωράφια. Εσύ θα πας εκεί κοντά και άμα δεις καμία που να έχει απομακρυνθεί απο τις άλλες βγες απότομα μπροστά της και πες:
- "Είμαι απεσταλμένος του Θεού και έχω εντολή να σε γαμήσω." και αυτή θα σου κάτσει.
Έτσι ο τουρίστας αφού ευχαρίστησε τον εισπράκτορα στην επόμενη στάση πάει στο μοναστήρι βλέπει μια απομακρυσμένη καλόγρια πετάγεται μπροστά της και κάνει ότι του είχε πει ο εισπράκτορας.
Αφού τελείωσε είχε τύψεις και λέει στην καλόγρια:
- Συγνώμη δεν είμαι απεσταλμένος του Θεού, σου είπα ψέματα.
Και η καλόγρια του απαντά:
- Μη στεναχωριέσαι! και εγώ ο εισπράκτορας είμαι.
Δυο τύποι μοιράζονται ένα διώροφο σπίτι. Ένα βράδυ λοιπόν, κατά τις 3 τα ξημερώματα, ο από πάνω αρχίζει να παίζει ντραμς. ΝΤΟΥΠ ΝΤΟΥΠ - ΝΤΑΠ, ΝΤΟΥΠ ΝΤΟΥΠ - ΝΤΑΠ... Ανεβαίνει ο από κάτω έντρομος, με τα σώβρακα. Ο από κάτω :
" Καλά ρε μαλάκα τρελάθηκες ; Ξέρεις τι ώρα είναι ;"
Ο από πάνω :
"Τελευταία πρόβα! Αύριο έχω συναυλία με το συγκρότημα. Σου υπόσχομαι ότι δε θ επαναληφθεί."
Ο από κάτω σκέφτεται, άντε, αφού δε θ επαναληφθεί, δε γαμιέται και φεύγει. Το επόμενο βράδυ, χαράματα, ο από πάνω αρχίζει και κοπανάει τα ντραμς, βαβούρα, ΓΚΑΠ - ΓΚΟΥΠ, της πουτάνας. Ξυπνάει ο από κάτω, ανεβαίνει πάνω και βάζει τις φωνές :
"Ρε μαλάκα δουλεύω αύριο το πρωί γαμώ το κέρατο μου! Τι κοπανάς; Ο από πάνω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα παίξουμε τελικά, σήμερα αναβλήθηκε η συναυλία." Ο άλλος φεύγει, αφού πρώτα αποσπά την υπόσχεση ότι αυτή η κατάσταση δε θ επαναληφθεί. Φυσικά το επόμενο βράδυ, γύρω στις 4, ο από πάνω αρχίζει να βαράει τα ντραμς, πανικός, κόλαση, ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ, ανεβαίνει ο από κάτω με τη τσίμπλα στο μάτι. "
Τι θα γίνει ρε; Θα μας αφήσεις να κοιμηθούμε καμιά φορά ή να φωνάξω τους μπάτσους; Ο από πάνω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα ξαναπαίξουμε, γιατί μας γούσταρε το αφεντικό του club." Το επόμενο βράδυ (κλασσικά), ο από πάνω αρχίζει να τα χώνει στα ντραμς, ΝΤΑΠ ΝΤΑΠ - ΝΤΑΠ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ - ΝΤΑΠ, με τις ώρες. Από τον από κάτω ούτε φωνή, ούτε ακρόαση... Περνάνε δυο ώρες, ο από πάνω παίζει ακόμα, ο από κάτω νεκρική σιγή. "Ρε, μπας κι έπαθε τίποτα ;"
, σκέφτεται ο τύπος, και κατεβαίνει κάτω να δει αν ο άλλος είναι εντάξει. Κοιτάει στο υπνοδωμάτιο, το κρεβάτι άστρωτο, ο τύπος πουθενά. Κοιτάει στην κουζίνα, τίποτα. Κοιτάει στο σαλόνι, τίποτα. Βλέπει φως στο μπάνιο, πλησιάζει, ανοίγει την πόρτα και βλέπει τον από κάτω να τραβάει μαλακία. Ο από πάνω :
" Καλά, δε ντρέπεσαι στην ηλικία σου;"
Ο από κάτω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα σε γαμ***!"
Το αγόρι γυρίζει την κοπελιά του στο σπίτι πριν (ως συνήθως) τα μεσάνυχτα.
Όταν φτάνουν στην εξώπορτα, ακουμπάει το χέρι στον τοίχο και της λεει, -«γλυκιά μου κάνε μου μια πίπα» -«τι? είσαι τρελός?!» -«μη στενοχωρείσαι θα είμαι γρήγορος, κανένα πρόβλημα.» -«όχι! κάποιος θα μας δει, κάποιος συγγενής, ίσως ο γείτονας. . .» -«τέτοια ώρα, μεσάνυχτα ειναι κανένας δεν θα μας δει» -«είπα όχι!, και ξανά όχι!
- «γλυκιά μου, είναι μια γρήγορη πίπα, το ξέρω ότι και εσένα σου αρέσει» -«όχι!, είπα όχι!
- «αγάπη μου μην κάνεις έτσι. . .» Αυτή τη στιγμή η μικρότερη αδελφή είχε κατεβεί στην εξώπορτα με την νυχτικιά της, αναμαλλιασμένη και τρίβοντας τα μάτια της λεει, «ο μπαμπάς είπε, πρέπει να του κάνεις μια πίπα, η εγώ να του κάνω μια πίπα, η ο ίδιος θα κατεβεί κάτω να του κάνει μια πίπα, αλλά για το θεό, πες το αγόρι σου να πάρει το χέρι του από το θυροτηλέφωνο.»