Ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας ήταν μπατήρια. Έτσι λοιπόν κάνανε μια ληστεία τράπεζας.
Καθώς όμως το σκάγανε έπρεπε να χωριστούν για να μην τους πιάσουνε και έτσι πήρε από ένα σάκο ο ένας.
Μετά από μερικές μέρες συναντιούνται και λένε ο ένας στον άλλο τι κάνανε τα χρήματα που κλέψανε.
Ο Κωστίκας λοιπόν λέει:
- Που λες Γιωρίκα εγώ αγόρασα μια Βίλα και ένα χρωματοπωλείο και βγάζω τρέλα
Λεφτά.
- Αλήθεια εγώ ακόμη να ξεχρεώσω τους λογαριασμούς που είχε ο σάκος.