Ένας ιεροκήρυκας φτάνει σ ένα χωριό αγρίων, όπου βλέπει ένα Πόντιο σε μια γωνιά με ένα ξύλινο χέρι και ένα ξύλινο πόδι. Πλησιάζει και λέει στον αρχηγό της φυλής: - Αυτό είναι καταπληκτικό! Πόσο περιποιηθήκατε τον πληγωμένο λευκό. Και εγώ που σας πέρασα για Κανίβαλους! Πάντως πρέπει να τον αγαπάτε πολύ, έτσι; - Μα φυσικά, παραδέχεται ο άγριος φύλαρχος. Τόσο πολύ, που τον τρώμε λίγο-λίγο.
Ένας ιεροκήρυκας φτάνει σ ένα χωριό αγρίων, όπου βλέπει ένα Πόντιο σε μια γωνιά με ένα ξύλινο χέρι και ένα ξύλινο πόδι. Πλησιάζει και λέει στον αρχηγό της φυλής:
- Αυτό είναι καταπληκτικό! Πόσο περιποιηθήκατε τον πληγωμένο λευκό. Και εγώ που σας πέρασα για Κανίβαλους! Πάντως πρέπει να τον αγαπάτε πολύ, έτσι;
- Μα φυσικά, παραδέχεται ο άγριος φύλαρχος. Τόσο πολύ, που τον τρώμε λίγο-λίγο.