Τρεις μοναχοί είναι ένα βήμα πριν χριστούν διάκονοι και ο αρχιδιάκονος τους λέει ότι πρέπει να περάσουν ένα τελευταίο τεστ. Τους βάζει σε ένα δωμάτιο τους βάζει να γδυθούν και τους κρεμάει στο πουλί τους ένα κουδουνάκι.
Οι μοναχοί μένουν έκπληκτοι αλλά δεν μιλούν. Ανοίγει την πόρτα ο αρχιδιάκονος και μέσα μπαίνει μια πανέμορφη κοπέλα φορώντας κάτι πολύ σέξι ρούχα, η οποία αρχίζει να χορεύει αισθησιακά μπροστά από τον πρώτο μοναχό.
- "Τιν-τιν-τιν", ακούγεται το κουδουνάκι του.
- "Αδερφέ Γεώργιε δεν το περίμενα από εσένα, πήγαινε να κάνεις ένα κρύο ντους και να προσευχηθείς για την αδυναμία σου να αντισταθείς στον πειρασμό."
Μετά η γυναίκα πάεί μπροστά στον δεύτερο μοναχό και αρχίζει να κάνει στριπτήζ, βγάζοντας τα ρούχα της.
- "Τιν-τιν-τιν", ακούγεται το κουδουνάκι του.
- "Αδερφέ Ιωάννη, δεν μπόρεσες να αντισταθείς στον πειρασμό, γι' αυτό πήγαινε και εσύ να κάνεις ένα παγωμένο ντους και να προσευχηθείς για συγχώρεση."
Μετά η γυναίκα πάει στον τελευταίο μοναχό και κάνει τα ίδια. Καμία ανταπόκριση. Αυτή γδύνεται τελείως και αρχίζει να τρίβεται πάνω του αλλά από τον μοναχό καμία ανταπόκριση. Τελικά η γυναίκα κουράζεται και φεύγει.
- "Αδερφέ Κώστα μπράβο σου, μόνο τώρα κατάλαβα την αληθινή δύναμη της ψυχής σου. Τώρα πήγαινε και εσύ στα ντους μαζί με τους άλλους μοναχούς."
- "Τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν", ακούγεται έντονα το κουδουνάκι του.
Ενας τυπάς περπάταγε αμέριμνος στην εξοχή. Θαύμαζε τα λουλούδια, ανάπνεε τον καθαρό αέρα, ώσπου ξαφνικά, περνάει δίπλα από τον γεμάτο φυτά φράχτη μιας πανάκριβης εξοχικής κατοικίας.
Καθώς θαύμαζε τα πολυτελή παραθύρια, ακούει από τον κήπο μια παιδική φωνή να επαναλαμβάνει:
"Οτό, οτό οτό..."- Δεν πάμε καλά. Τι διάολο είναι τούτο πάλι, σκέφτεται.
Κολλάει το σώμα του στον φράχτη και προσπαθεί να κοιτάξει διακριτικά από πάνω. Πραγματικά, μέσα στην αυλή, ένα μικρό παιδάκι, πέντε με έξι χρονών, με τα χέρια ακουμπισμένα στο χείλος του πηγαδιού, κοιτούσε το χάος ίσια κάτω και μονολογούσε:
"Οτό, οτό, οτό".
Γεμάτος περιέργεια, σκυφτά-σκυφτά, περπατάει μέχρι την κοντινή αυλόπορτα. Μένοντας κρυμμένος, κοιτάει με την άκρη του ματιού του να δει τι ακριβώς γίνεται.
Καμιά διαφορά. Ο μικρός, εξακολουθεί να σκέκεται με τα χέρια πάνω στο χείλος, ελαφρά γερμένος προς τα μέσα, και να μονολογεί:
"Οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος κοιτάει δεξιά, κοιτάει αριστερά, σηκώνεται όρθιος, βάζει τα χέρια στις τσέπες, σηκώνει το κεφάλι ψηλά και αρχίζει να περπατάει σφυρίζοντας. Διασχίζει την αυλόπορτα, φτάνει πάνω από τον μικρούλη, και ρίχνει μια προσποιητή αφηρημένη ματιά μέσα στο πηγάδι, χωρίς να σταματήσει το σφύριγμα.
Τζίφος. Το πηγάδι είναι φοβερά βαθύ και το μόνο που διακρίνει είναι σκοτάδι. Και ο μικρός εξακολουθεί:
"Οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος αποφασίζει να το χειριστεί αλλιώς. Γονατίζει δίπλα στον μικρό, και με παιδική φωνή του λέει:
- Γεια σου, παιδάκι. Τι κάνεις εδώ;
Ο μικρός το βιολί του:
- Οτό, οτό, οτό.
- Τι είναι μες το πηγάδι;
Τα ίδια.
Ο φίλος τα παίρνει στο κρανίο. Σηκώνεται ξανά όρθιος, αποφασισμένος να λύσει το όλο αίνιγμα. Πλησιάζει το χείλος του πηγαδιού. Κοιτάει έντονα μέσα. Αβυσσος. Ακουμπάει το χέρια του στο χείλος και ξανακοιτάει. Σκοτάδι. Μεταφέρει το βάρος του στα χέρια του, γέρνει πάνω από το πηγάδι, και προσπαθεί να διακρίνει οτιδήποτε στο βάθος του. Ο μίκρος δίπλα το χαβά του. "Οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος γέρνει ακομη περισσότερο.
Βρίσκεται τώρα σχεδόν ολόκληρος πάνω από το πηγάδι. Κοιτάζει με ένταση το σκοτάδι κάτω. Ξαφνικά, ο μικρός, μετακινείται απότομα. Ερχεται από πίσω του και με μια ελαφριά σκουντιά, τον αναγκάζει να χάσει την ισορροπία του.
Ο φίλος τρεκλίζει, προσπαθει να βρει κάτι να κρατηθεί, κουνάει απελπισμένα τα χέρια του γύρω-γύρω στον αερά και με ένα μακρόσυρτο "ΑΑΑααααα..." βουτάει προς τον πάτο του πηγαδιού.
Ο μικρός, ατάραχος, επανέρχεται στην προηγούμενη θέση του, ακουμπάει τα χέρια του πάνω στο χείλος του πηγαδιού και συνεχίζει:
- Εννιά, εννιά, εννιά ...
- Το reset και το turbo εκτελούν διαφορετικές λειτουργίες . Ποτέ μη χρησιμοποιείτε το ένα εάν θέλετε να χρησιμοποιήσετε το άλλο .
- Το cd - rom drive δεν είναι βάση για τους καφέδες . Μη διαμαρτύρεστε στο μαγαζί που αγοράσατε τον υπολογιστή για την τρύπα που έχει το « συρταράκι » και χωράει μόνο τα μεγάλα φλιτζάνια . Θα ωθήσετε τον πωλητή υπολογιστών να αλλάξει επάγγελμα και να γίνει δοσατζής . « Και μου το έλεγε η μάνα μου να γίνω δοσατζής . . . »
- Όχι η 5 1/4 δισκέτα δεν « μπαίνει » στο 3 ½ drive . Τώρα εάν καταφέρετε και την βάλετε να είστε σίγουροι ότι ... δεν θα δουλέψει . Μη διπλώνετε τσάμπα τις παλιές δισκέτες του pc-master .
- To fax-modem δεν στέλνει fax εάν κολλήσετε το φύλλο στην οθόνη . Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να ξεσκονίσετε την οθόνη και να σκονίσετε το χαρτί .
- Όχι δεν μπορείτε να πάρετε ένα πληκτρολόγιο σκέτο και να το συνδέσετε στην τηλεόραση . Πρέπει να αγοράσετε ολόκληρο υπολογιστή .
- Το παλιό amstrad cpc 6128 που είχε ο ανιψιός σας ο φαντάρος όταν ήταν μικρός δεν αρκεί για να κάνετε και εσείς όλα αυτά τα θαυμαστά που δείχνει η τηλεόραση για το internet .
- Αν θέλετε να δείτε τσόντες , δεν χρειάζεται να γίνετε συνδρομητής στο internet , αρκεί μια βόλτα στο περίπτερο της γειτονιάς σας .
- Εάν γράψετε πάνω σε έναν φάκελο γράμματος μια e-mail address και το στείλετε να είστε σίγουροι ότι δεν θα καταλήξει στον παραλήπτη αλλά στα σκουπίδια του ταχυδρομείου .
Ο δημόσιος κατήγορος στο δικαστήριο μιας μικρής επαρχιακής πόλης καλεί την πρώτη του μάρτυρα, μια γιαγιά γύρω στα 80 και την ρωτάει με τελείως επαγγελματικό ύφος:
- Με γνωρίζετε εμένα κυρία Θεοδώρου;
- Και βέβαια σας γνωρίζω κύριε Αλεξίου. Σας ξέρω από μικρό παιδάκι και πρέπει να ομολογήσω ότι με έχετε απογοητεύσει. Λέτε ψέματα, απατάτε συνέχεια τη γυναίκα σας, κουτσομπολεύετε τους πελάτες σας. Βεβαίως σας γνωρίζω!
Αποσβολωμένος τελείως ο δικηγόρος από την απρόσμενη απάντηση της γριάς και μη ξέροντας τι άλλο να πει, δείχνει με το δάχτυλό του στην άλλη μεριά της αίθουσας και λέει:
- Τον δικηγόρο της υπεράσπισης τον γνωρίζετε;
- Ω ναι και τον κύριο Σοφόπουλο τον γνωρίζω, και μπορώ να πω ότι κι αυτός με έχει απογοητεύσει. Είναι μέθυσος και χαρτοπαίκτης, δεν μπορεί να κάνει σχέση με κανένα και είναι από τους χειρότερους δικηγόρους της πόλης μας!
Στο σημείο αυτό, ο πρόεδρος κτυπά το σφυράκι του στην έδρα, διακόπτει τη διαδικασία και καλεί και τους δύο δικηγόρους να πλησιάσουν την έδρα. Όταν πλησιάζουν, σκύβει μπροστά και τους λέει με σιγανή φωνή:
- Όποιος άτιμος από τους δυο σας τη ρωτήσει αν με ξέρει, την έβαψε!
Κάποτε λοιπόν σε περίοδο εξετάσεων ένας καθηγητής με ένα πρωτότυπο τρόπο ξεκίνησε να εξετάζει τους μαθητές .
Έβαζε λοιπόν έναν - έναν σε ένα μεγάλο δωμάτιο άδειο με ένα κλειστό παράθυρο .
Μπαίνει ο πρώτος εξεταζόμενος . Του λέει ο καθηγητής :
- Θέλω να μου πεις αν ζεσταίνεσαι τώρα .
- Βέβαια , του απαντάει ο μαθητής .
- Τι θα κάνεις λοιπόν ;
- Θα ανοίξω το παράθυρο .
- Ωραία , πες μου λοιπόν , έξω η θερμοκρασία είναι 23 c , o αέρας έχει ταχύτητα ... , άμα ανοίξουμε το παράθυρο τι θερμοκρασία θα έχει εδώ μέσα και σε πόση ώρα θα δροσίσει στο χώρο ;
- Ο μαθητής είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό . Που να σκεφτεί και τι να απαντήσει . Σκέφτεται , σκέφτεται και στο τέλος απαντά ότι του είναι αδύνατο να απαντήσει .
Έτσι λοιπόν μπήκαν και βγήκαν σχεδόν αμέσως πολλοί .
Ο τελευταίος λοιπόν βγαίνοντας λέει στον επόμενο που ήταν έτοιμος να μπει :
- Πες του ότι σου έρθει αλλά πρόσεχε μην ανοίξεις το παράθυρο !
Μπαίνει μέσα λοιπόν το παιδί , του κάνει την ερώτηση ο καθηγητής αν ζεσταίνεται και ο μαθητής του απαντάει όχι .
- Σε βλέπω όμως ότι παρόλα αυτά εσύ ζεσταίνεσαι .
Βγάζει λοιπόν ο μαθητής την γραβάτα του . Συνέχιζε όμως και ζεσταινόταν πολύ και κάθε φορά που τον ρώταγε ο καθηγητής αυτός του απαντούσε ότι θα έβγαζε ένα ρούχο παραπάνω . Κάποια στιγμή λοιπόν μένει μόνο με το σλιπάκι του . Τον βλέπει λοιπόν ο καθηγητής και του λέει :
- Σε βλέπω όμως ότι παρόλο που είσαι γυμνός ζεσταίνεσαι ακόμα . Και ο μαθητής όλο νεύρα ..
- Κοιτάξτε να δείτε μπορεί να κάτσω να με πηδ*** αλλά το παράθυρο δεν το ανοίγω ότι και αν μου πείτε εσείς ... !
Ενας κύριος περπατώντας μια μέρα στο Μοναστηράκι βρήκε και αγόρασε ένα πολύ παλιό λυχνάρι.
Οταν γύρισε στο σπίτι του εκεί που το επεξεργαζόταν , πετάγεται από μέσα ένα τεράστιο τζίνι .- Μη φοβάσαι , του λέει . Είμαι το τζίνι του λυχναριού . Είμαι κλεισμένος εδώ μέσα για πάνω από 100 χρόνια . Για να σε ευχαριστήσω που με ελευθέρωσες θέλω να που πεις μια επιθυμία σου και θα στην εκπληρώσω αμέσως . Σκέπτεται , σκέπτεται ο κύριος και τέλος του λέει :
- Εχω ένα σπιτάκι στα Χανιά που μ αρέσει να πηγαίνω να ξεκουράζομαι . Το αεροπλάνο το φοβάμαι , με το πλοίο είναι ταλαιπωρία . Αυτό που θα ήθελα να κάνεις είναι να φτιάξεις μια γέφυρα που να ενώνει την Αθήνα με την Κρήτη για να μπορώ να πηγαίνω στο χωριό εύκολα και γρήγορα .
- Απαπαπαπα ! Αδύνατον ! Αυτό δε γίνεται ! Ξέρεις πόσο τσιμέντο και πόσο σίδερο θα χρειαστώ ; Ξέρεις πόσα χιλιόμετρα άσφαλτο πρέπει να φτιάξω ; Πόσοι εργάτες πρέπει να δουλέψουν ; Ξέρεις πόσο ψηλή πρέπει να γίνει η γέφυρα για να περνάνε τα πλοία από κάτω ; Σε παρακαλώ , ζήτησέ μου κάτι άλλο ! - Καλά , τότε θα σου ζητήσω κάτι άλλο που με βασανίζει χρόνια τώρα . Εξήγησέ μου σε παρακαλώ πώς λειτουργεί το γυναικείο μυαλό , πώς σκέπτονται οι γυναίκες ;Και το τζίνι απαντά :
- ... Από πού είπες ότι θέλεις να ξεκινά η γέφυρα ;
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ ο κυρ-Γιώργης γύριζε κουρασμένος από τη δουλειά.
Καθώς προχωρούσε κατά μήκος του ήσυχου συνοικιακού δρόμου που βρισκόταν το σπίτι του, βλέπει τον φίλο του τον Νώντα να κάθεται σκεφτικός στα σκαλοπάτια του δικού του σπιτιού, που βρισκόταν στον ίδιο δρόμο και σε μικρή απόσταση από το δικό του.
- Τί συμβαίνει,Νώντα; Γιατί κάθεσαι εδώ με τέτοιο κρύο;
- Τί να γίνει, ρε Γιώργη, να... καπνίζει το τζάκι μου απόψε και βγήκα να πάρω μια ανάσα, με έπνιξε, βλέπεις ο καπνός...
- Α! Αυτό δεν είναι πρόβλημα,αδελφέ! Εγώ ξέρω από τέτοια, πάω μέσα να βρω την αιτία αμέσως...
Ανέβηκε τα λιγοστά σκαλιά τρέχοντας και πριν προλάβει ο Νώντας να πει λέξη, έσπρωξε τη πόρτα και μπήκε μέσα. Την ίδια στιγμή όμως μπαμ! του ήρθε ένα κούτσουρο, από κείνα που ήσαν δίπλα στο τζάκι, στο κεφάλι, ενώ μια γυναικεία φωνή ακούστηκε να στριγγλίζει και να λέει.
- Τόλμησες και μπήκες μέσα πάλι, βρε μπεκρούλιακα; Τσακίσου και βγες έξω, εκεί, στα σκαλιά θα κοιμηθείς απόψε...
Γύρισε ο καημένος ο κυρ-Γιώργης μπρος πίσω και κατέβηκε τα σκαλιά.
Περνώντας δίπλα από τον Νώντα που καθόταν εκεί, στην ίδια θέση ακούνητος, τον χτύπησε με συμπόνια στην πλάτη και του είπε.
- Μη στενοχωριέσαι, ρε φίλε! Πολλές φορές και το δικό μου τζάκι καπνίζει, τί να κάνουμε;