Λοιπόν, το τυπάκι (γυαλάκια, ντύσιμο πωλητή, 1.50) σκάει στο μπάρ, όπου σερβίρει ένας πελώριος μαύρος μπάρμαν.
Περιμένει υπομονετικά μέχρι που το βλέμμα του πελώριου μαύρου μπάρμαν να πέσει πάνω του.
Mαζεύει το κουράγιο του, και λέει:
- Eεε, καλημέρα σας. Μήπως θα μπορουσατε... άν έχετε την καλοσύνη, να μου δώσετε ένα ουίσκι παρακαλώ;
Ο μπάρμαν τον κοιτάει άγρια και του λέει:
- Τι είναι αυτά ρε παλιοφλώρε; Έτσι το ζητάνε το ουίσκι; Φέρσου σαν άντρας! Τελος πάντων, πιες τώρα, άλλα την άλλη φορά θα πρέπει να μου το ζητήσεις σωστα.
Το τυπάκι λοιπόν, πίνει το ουίσκι του και φεύγει.
Tην άλλη μέρα βρίσκεται πάλι εκει.
- Eεε, καλημέρα σας. Μήπως θα μπορουσατε, άν δεν σας κάνει κόπο και δεν σας βάζω σε μπελάδες, να μου δώσετε ένα ουίσκι;
Ο Μπάρμαν έχει σαλτάρει.
- Τί είναι αυτά που λές ρε σκατόφλωρε; Περιμένεις να σου δώσω και ουίσκι; Τι σκατά σου συμβαίνει; Για μόστρα τα φοράς τα παντελόνια; Φέρσου ρε σαν άντρας! Τι να σου κάνω που είμαι και καλός. Άντε, πιές τώρα, και την επόμενη φορά προσπάθησε να μην είσαι τόσο χέστης!
Πίνει λοιπόν ο τύπος το ουίσκι του, και την άλλη μέρα πάλι έκει.
- Eεε, καλημέρα σας. Μήπως θα γινόταν να μου δίνατε ένα ουίσκι, αν έχετε την ευχαρίστηση;
Ο μπάρμαν έχει βγεί απ τα ρούχα του.
- Κοίτα, του λέει, μπές εσύ απο μέσα, και θα σου δείξω πως το κάνουν.
Πάει λοιπόν το τυπάκι μέσα και ο πελώριος μαύρος μπάρμαν βγαίνει έξω.
Παίρνει το πιό άγριο ύφος του, και λέει:
- Πιάσε ένα ουίσκι!
- Λυπάμαι, αλλά δεν σερβίρουμε μαύρους.
Στην αίθουσα αναμονής ενός οδοντιατρείου κάθονται 3 γέροι και ένας νέος άνδρας . Ένας από τους γέρους που βαριέται λέει :
- Βάζετε στοίχημα ότι με τη ροχάλα μου θα ρίξω την τζαμαρία της πόρτας του ιατρείου ; Σιγά μην τη ρίξεις λένε οι άλλοι . Σηκώνεται τότε ο γέρος αρχίζει γκούχου γκούχου να βήχει παίρνει φόρα και τη ρίχνει στην τζαμαρία . τρρρρρρρρ , τρίζει η πόρτα αλλά δε σπάει .
- Για κοιτάξτε εμένα λέει ο δεύτερος γέρος και σηκώνετε . Γκούχου γκούχου και αυτός ... τη ρίχνει ... τρίζει η τζαμαρία ... τίποτα ... Το ίδιο παθαίνει και ο τρίτος γέρος . Σηκώνεται τότε ο νέος και λέει .
- Για δείτε τώρα να μαθαίνετε. Πηγαίνει στην τζαμαρία και αρχίζει να γλείφει όλες τις ροχάλες των γέρων . Παίρνει φόρα ετοιμάζετε να τις εκσφενδονίσει ... και τότε ανοίγει η πόρτα του ιατρείου . Και ο νέος ... γκλούπ ...
- Καλημέρα γιατρέ !
Ένας άντρας βγαίνει με τρεις κοπέλες και θέλει να αποφασίσει μια θα παντρευτεί. Σκέφτηκε λοιπόν το εξής κόλπο.
Τους κάνει δώρο 200 χιλιάρικα για να δει τι θα τα κάνουν.
Η πρώτη τα παίρνει και πηγαίνει στα ρουχάδικα και παπουτσάδικα και τα ξεσκίζει. Μετά πάει στον άντρα και του λέει:
- Αγάπη μου φτιάχτηκα για να με βλέπεις και να με απολαμβάνεις, γιατί σε αγαπώ πολύ.
Ο άντρας ευχαριστήθηκε πολύ.
Η δεύτερη πάει στα Αντρικά είδη και του ψωνίζει ρούχα και πούρα. Μετά πάει στον άντρα και του λέει:
- Αγάπη μου σου ψώνισα αυτά τα δώρα για να τα ευχαριστηθείς και να είσαι καλά, γιατί σε αγαπώ πολύ.
Ο άντρας ευχαριστήθηκε πολύ.
Η τρίτη πάει στο Χρηματιστήριο τα επενδύει και κερδίζει τα τριπλά. Του επιστρέφει τα 200 χιλ. και ξαναεπενδύει τα υπόλοιπα σε κοινό λογαριασμό. Μετά πάει στον άντρα και του λέει:
- Αγάπη μου επένδυσα τα χρήματα που μου έδωσες γιατί θέλω να φτιάξουμε το σπίτι μας και να περάσουμε την υπόλοιπη ζωή μας άνετα, να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας και να μην χρειάζεται να ξεσκιζόμαστε στη δουλειά.
Ο άντρας ευχαριστήθηκε πολύ.
Μετά, ο άντρας σκέφτηκε για μερικές μέρες και αποφάσισε να παντρευτεί αυτή που είχε τα μεγαλύτερα βυζιά.