Ήταν μια φορά ένας Έλληνας, ένας Αμερικάνος κι ένας Κινέζος πάνω στον Όλυμπο και έκαναν ορειβασία. Σε μια στιγμή, έτσι όπως ξεκουραζόντουσαν σε κάτι βράχια, πλησιάζει ο Αμερικάνος τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού στο αυτί του και το μικρό δάχτυλο στο στόμα του και αρχίζει να μιλάει. Απορρημένοι οι άλλοι δύο, του λένε:
- Τι κάνεις εκεί τώρα;
- Ε! να, μόλις μίλησα με τη γκόμενα μου στην Αμερική!, απαντά.
Μετά από λίγο, ο Κινέζος πλησιάζει το ρολόι του χεριού του κοντά στο πρόσωπό του. Ο πόντιος, γεμάτος απορία, τον ρωτά:
- Εσύ τώρα, τι κάνεις εκεί;
- Ε, να μωρέ, βλέπω τις ειδήσεις στην Κίνα!, απαντά ο Κινέζος.
Φανερά ενοχλημένος ο πόντιος σκέφτεται, τι να κάνει τώρα αυτό για να τον προσέξουν! Αφήνει, λοιπόν, να του φύγει μια τρανταχτή πορδή. Έκπληκτοι οι άλλοι δύο τον κοιτάζουν:
- Εσύ, τι έκανες τώρα;, τον ρωτάνε.
- Τίποτα ρε παιδιά, μόλις έστειλα ένα φαξ στον Πόντο!
Ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας συναντιούνται μετά από πολλά χρόνια και για να τα πουν. Πάει ο πρώτος στο σπίτι του δεύτερου. Μόλις έφτασε εκεί ο Κωστίκας, ο Γιωρίκας του ζητά να καθίσουν στο τραπέζι και ζητάει από τη γυναίκα του να σερβίρει.
- Να σερβίρεις εσύ, του απαντάει εκείνη. Ντροπιασμένος αυτός σέρβιρε εκείνος το τραπέζι. Μετά ζητάει από τα παιδιά του να προσφέρουν έναν καφέ στον καλεσμένο τους.
- Να τον προσφέρεις εσύ, απαντούν εκείνα.
Φεύγοντας κανονίζουν να βρεθούν την άλλη μέρα στο σπίτι του Κωστίκα. Μόλις φτάνει εκεί, η γυναίκα και τα παιδιά του Κωστίκα μόνο τεμενάδες που δεν έκαναν στον Γιωρίκα. Του πρόσφεραν γλυκά καφέδες γέμισαν το τραπέζι με τα καλύτερα φαγητά και γενικώς τον περιποιήθηκαν πολύ. Στο τέλος ο Γιωρίκας λέει στον Κωστίκα.
- Νιώθω πολύ άσχημα γιατί χθες η γυναίκα μου και τα παιδιά μου μόνο που δεν σε έφαγαν και εσείς με περιποιηθήκατε τόσο πολύ που δεν ξέρω τι να πω από την ντροπή μου. Πώς τα καταφέρνεις;
- Δεν είναι τίποτα, απαντάει ο Κωστίκας. Απλά έρχομαι μια μέρα στο σπίτι και είχε ανέβει ο σκύλος πάνω στον καναπέ και του λέω να κατέβει. Δεν κατέβηκε και του βγάζω μια κίτρινη κάρτα. Την άλλη μέρα ήταν πάλι πάνω στον καναπέ και του είπα να κατέβει. Δεν κατέβηκε και του βγάζω δεύτερη κίτρινη κάρτα. Την 3η μέρα που τον είδα πάνω στον καναπέ πήρα την καραμπίνα και τον σκότωσα.
- Και μετά; ρωτάει ο Κωστίκας.
- Τους βλέπεις όλους αυτούς; Λέει ο Κωστίκας δείχνοντας την οικογένειά του. Έχουν όλοι από 2 κίτρινες κάρτες..!
Ο Γιωρίκας μπουκάρει στην κρεβατοκάμαρα και βρίσκει την γυναίκα και έναν άγνωστο τύπο ημίγυμνους πάνω στο κρεβάτι. Βουτάει τον τύπο από τον σβέρκο και τον ταρακουνάει άγρια ζητώντας εξηγήσεις.
- Να σας εξηγήσω κύριε, του λέει αυτός τρέμοντας. Στο από πάνω διαμέρισμα κάναμε ένα πάρτι. Κάποια στιγμή παίζαμε στριπ πόκερ και έμεινα με το σώβρακο. Αλλά όταν ρεφάρισα και κέρδισα ξανά το παντελόνι μου, κάποιος για πλάκα το πέταξε από το μπαλκόνι κάτω και προσγειώθηκε στο μπαλκόνι σας. Κατέβηκα και εγώ κάτω και είπα της γυναίκας σας να μου το δώσει. Και την ώρα που το έπαιρνα, μπήκατε εσείς! Έτσι έγινε, αλήθεια σας λέω.
- Έτσι έγινε μωρή; ρωτάει αγριεμένος ο Γιωρίκας την γυναίκα του.
- Έτσι έγινε Γιωρίκα μου, του λέει αυτή. Δεν τον ξέρω τον κύριο!
- Τέλος πάντων. Σε πιστεύω. Αλλά σήκω φύγε τώρα μην σε πλακώσω στις σφαλιάρες.
Ο τύπος έφυγε σφαίρα από το σπίτι, ήρθε το βράδυ και έπεσε το αντρόγυνο να κοιμηθεί. Αλλά κατά τις τρεις το πρωί, σηκώνεται ο Γιωρίκας επάνω κι άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο φωνάζοντας:
- Όχι ρε γαμώτο! Τώρα το θυμήθηκα!.
- Τι έγινε Γιωρίκα μου;, ρωτάει παραξενεμένη η γυναίκα του.
- Τώρα το θυμήθηκα ρε γαμώτο! Μένουμε σε μονοκατοικία..!
Μια φορά ήταν ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας στο αμάξι του Γιωρίκα. Περνούσε η ώρα μέχρι που λέει ο Κωστίκας στο Γιωρίκα:
- "Ρε Γιωρίκα θέλω να κατουρήσω σταμάτησε το αυτοκίνητο να κατέβω λίγο."
- "Εντάξει Κωστίκα. Κάνε λίγο υπομονή, και σε λίγο όταν θα συναντήσουμε καμία πινακίδα θα σταματήσω, έτσι ώστε να κατουρήσεις με την ησυχία σου, χωρίς να σε δει κανένας και γίνεις ρεζίλη."
Προχώρησαν 1χλμ περίπου. Ο Κωστίκας από μακριά βλέπει μια ταμπέλα της Νέας Δημοκρατίας και λέει απελπισμένος στο Γιωρίκα:
- "Να Γιωρίκα μια ταμπέλα της ΝΔ. Σταμάτα να κατουρήσω εδώ!"
- "Τι λες ρε μαλάκα; Η ΝΔ είναι το κόμμα μου, αποκρίνεται ο Γιωρίκας."
- "Καλά, εγώ σέβομαι την άποψη σου αλλά δεν αντέχω άλλο, θα τα κάνω απάνω μου!"
Δεν πρόλαβε καλά καλά να τελειώσει ο Γιωρίκας και βλέπει το αυτοκίνητο να είναι σταματημένο μπροστά σε μια ταμπέλα του ΠΑΣΟΚ. Την ίδια στιγμή ακούει των Γιωρίκα να λέει:
- "Ορίστε Κωστίκα, κάτουρα εδώ."
- "Μα τι λες τώρα; Το ΠΑΣΟΚ είναι το κόμμα μου."
Ο Γιωρίκας βάζει το αμάξι μπροστά και προχωράει παραπέρα. Μετά απο 3χλμ δρόμο ο Γιωρίκας βλέπει μια ταμπέλα του ΚΚΕ και λέει αμέσως στον Κωστίκα ο οποίος τα κρατούσε με το ζόρι ακόμα:
- "Να Κωστίκα κάτουρα εδώ με την ησυχία σου. Εξάλλου το λέει κιόλας Κωστίκα Κάτουρα ΕΛΕΥΘΕΡΑ(ΚΚΕ)."
Δύο πόντιοι κάνουν βόλτα και βλέπουν πάνω σε μια γέφυρα δύο να ψαρεύουν.
Ο ένας κρατούσε τον άλλο από τα πόδια, ο οποίος κρεμόταν από τη γέφυρα στο ποτάμι και με μια απόχη έβγαζε ένα ψάρι σε κάθε του προσπάθεια!
Αυτό τους έκανε μεγάλη εντύπωση και λέει ο ένας στον άλλο:
- "Ρε συ!"
- "Αυτή είναι δουλειά!"
- "Τι χρειαζόμαστε παρά μια απόχη;"
Πάνε λοιπόν αγοράζουν μια απόχη, βρίσκουν μια γέφυρα παρακάτω και ξεκινούν.
Πιάνει ο ένας τον άλλο απο τα πόδια, τον κρατάει ανάποδα και αυτός αρχίζει να ψαρεύει με την απόχη.
Στη μισή ώρα ο πάνω ρωτάει:
- "Τι γίνεται ρε;"
- "Τίποτα."
Στη μία ώρα τα ίδια.
- "Τι γίνεται ρε;"
- "Τίποτα."
Οπότε σε κάποια στιγμή αυτός που ψάρευε άρχισε να φωνάζει.
- "Τραβα ρεεε!"
- "Τι έγινε, έπιασες τίποτα;"
- "Τραβα με σου λεω ρεεεε!"
- "Καλά ρε πως κάνεις έτσι;"
- "Τραβα ρε και ερχεται το τρενοοο!".
Μια μέρα ένας άνδρας μπαίνει σε ένα πολυκατάστημα. Τον ρωτάει λοιπόν ο υπάλληλος του πολυκαταστήματος:
- "Τι θέλετε;"
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ.".
Απορημένος ο υπάλληλος φωνάζει τον αρχιπωλητή να δει τι θέλει ο άντρας. Έρχεται λοιπόν και ο αρχιπωλητής και ρωτάει τον άντρα:
- "Τι θέλετε", τότε αυτός απαντάει:
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ."
Τι να κάνει ο αρχιπωλητής φωνάζει το διευθυντή καθώς σκέφτηκε δε μπορεί να φύγει πελάτης δυσαρεστημένος. Έρχεται και ο διευθυντής και ρωτάει:
- "Τι θέλετε κύριε;"
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ"
Τότε αποφάσισαν να πάρουν τηλέφωνο το διευθυντή στη Βοστόνη. Τηλεφωνικά ο διευθυντής ρωτάει τον άντρα:
- "Μα τι ακριβώς θέλετε"
Αυτός όπως όπως πάντα απαντάει:
- "Μα σας είπα πως θέλω ένα ρουμπουντούμ."
Ούτε και ο διευθυντής στη Βοστόνη κατάλαβε τι είναι το ρουμπουντούμ και τότε έρχεται ο Κωστίκας που δούλευε στην αποθήκη του καταστήματος και του λέει ο αρχιπωλητής:
- "Έλα ρε Κωστίκα μπας και καταλάβεις τι θέλει αυτός."
Ρωτάει τότε και ο Κωστίκας και του λέει ο άντρας:
- "Θέλω ένα ρουμπουντούμ."
Τότε ο Κωστίκας τρέχει στην αποθήκη και επιστρέφει με ένα πακέτο το δίνει στον άντρα και αυτός ευχαριστημένος πληρώνει και φεύγει. Τότε όλοι μαζί ρωτούν τον Κωστίκα:
- "Τι ήθελε τελικά", και ο Κωστίκας απαντά ατάραχα:
- "Α! ένα ρουμπουντούμ", και φεύγει.
Ναυαγούν σε ένα ερημικό νησί ένα ζευγάρι ποντίων κι ένας εργένης.
Οι άντρες αποφασίζουν να μοιραστούν τις δύο βασικότερες δουλειές ως εξής : ο ένας να ψαρεύει την ώρα που ο άλλος θα είναι ανεβασμένος στο μοναδικό δέντρο, παρακολουθώντας για παραπλέοντα σκάφη. Ο εργένης προθυμοποιείται να ανέβει πρώτος στο δέντρο. Μόλις ανεβαίνει, κοιτάει από πάνω και φωνάζει :
"Μα ειναι δυνατον να το κανετε μπροστα μου;"
. Ο πόντιος του απαντάει απορημένος :
"Μα δεν το κάνουμε, εγώ ψαρεύω."
Μετά όμως από λίγο ξαναφωνάζει ο εργένης :
"Μα καλα, δεν ντρεπεστε;".
"Μα εγώ ψαρεύω" ξαναλέει ο πόντιος, που όντως ψάρευε. Μερικές ώρες αργότερα οι δύο άντρες αλλάζουν πόστα και ο εργένης βάζει τη γυναίκα του πόντιου κάτω και επιδίδεται σε ανείπωτες δραστηριότητες. Ο πόντιος που το βλέπει πάνω από το δέντρο σκέφτεται "Κοίτα να δεις βρε παιδί μου, από εδώ πάνω όντως φαίνεται σαν να το κάνουνε..."