Μια ηλιόλουστη μέρα του καλοκαιριού, καθόταν ένα καθυστερημένο παιδάκι και έκανε κούνια. Τον πλησιάζει κάποια στιγμή μια μικρή κοπελίτσα και τον ρωτά: - Αγοράκι, πώς σε λένε; Και απαντά ο μικρός με ηλίθιο τρόπο: - Να μου πεις εσύ πρώτα πως σε λένε! - Εμένα με λένε Μαργαρίτα. - Και γιατί σε λένε Μαργαρίτα; - Γιατί, όταν ήμουν μικρή, έπεσε μια μαργαρίτα στο κεφάλι μου και οι γονείς μου αποφάσισαν να με ονομάσουν έτσι. - Πολύ ωραία, ξαναπαντά με χαζό τρόπο ο μικρός. Ρωτάει τώρα η μικρή: - Και εσένα πώς σε λένε τελικά; - Πεύκο!
Μια ηλιόλουστη μέρα του καλοκαιριού, καθόταν ένα καθυστερημένο παιδάκι και έκανε κούνια. Τον πλησιάζει κάποια στιγμή μια μικρή κοπελίτσα και τον ρωτά:
- Αγοράκι, πώς σε λένε;
Και απαντά ο μικρός με ηλίθιο τρόπο:
- Να μου πεις εσύ πρώτα πως σε λένε!
- Εμένα με λένε Μαργαρίτα.
- Και γιατί σε λένε Μαργαρίτα;
- Γιατί, όταν ήμουν μικρή, έπεσε μια μαργαρίτα στο κεφάλι μου και οι γονείς μου αποφάσισαν να με ονομάσουν έτσι.
- Πολύ ωραία, ξαναπαντά με χαζό τρόπο ο μικρός. Ρωτάει τώρα η μικρή:
- Και εσένα πώς σε λένε τελικά;
- Πεύκο!