Μπαίνει ο Διοικητής στο ΚΨΜ και βλέπει τέσσερις φαντάρους να τα πίνουν στα κρυφά. Αγριεύει, αρχίζει τις φωνές και ξεκινάει να τους βαράει έναν έναν. Ξεκινάει απ΄τον πρώτο, ξυλίκι κακό, μπουνιές, κλοτσιές και τον ρωτάει κραυγάζοντας: - Πονάς ρε; - Όχι! - Γιατί; - Γιατί είμαι Λοκαντζής! Πιάνει τον δεύτερο, το ίδιο, ξυλίκι κακό, μπουνιές, κλοτσιές, και τον ρωτάει κι αυτόν κραυγάζοντας: - Πονάς ρε; - Όχι! - Γιατί; - Γιατί είμαι Λοκαντζής! Το ίδιο βιολί συνεχίζεται στον τρίτο κ στον τέταρτο: - Πονάς ρε; - Όχι! - Γιατί; - Γιατί είμαι Λοκαντζής! Τέλος πιάνει κ τον πέμπτο, τον κάνει τουλούμι στο ξύλο κι αυτόν κ τον ρωτάει τα ίδια: - Πονάς ρε; - Ναι! - Γιατί; - Γιατί είμαι ο καφετζής!
Μπαίνει ο Διοικητής στο ΚΨΜ και βλέπει τέσσερις φαντάρους να τα πίνουν στα κρυφά. Αγριεύει, αρχίζει τις φωνές και ξεκινάει να τους βαράει έναν έναν. Ξεκινάει απ΄τον πρώτο, ξυλίκι κακό, μπουνιές, κλοτσιές και τον ρωτάει κραυγάζοντας:
- Πονάς ρε;
- Όχι!
- Γιατί;
- Γιατί είμαι Λοκαντζής!
Πιάνει τον δεύτερο, το ίδιο, ξυλίκι κακό, μπουνιές, κλοτσιές, και τον ρωτάει κι αυτόν κραυγάζοντας:
- Πονάς ρε;
- Όχι!
- Γιατί;
- Γιατί είμαι Λοκαντζής!
Το ίδιο βιολί συνεχίζεται στον τρίτο κ στον τέταρτο:
- Πονάς ρε;
- Όχι!
- Γιατί;
- Γιατί είμαι Λοκαντζής!
Τέλος πιάνει κ τον πέμπτο, τον κάνει τουλούμι στο ξύλο κι αυτόν κ τον ρωτάει τα ίδια:
- Πονάς ρε;
- Ναι!
- Γιατί;
- Γιατί είμαι ο καφετζής!