φρέσκα ανέκδοτα

Πάνε τρεις ξανθιές στον παράδεισο. Πριν μπουν μέσα ρωτάει ο Αγιος Πέτρος την πρώτη:
- Μήπως ξέχασες να πεις κανένα αμάρτημα;
- Όχι Αγιέ μου, λέει αυτή.
Πριν προλάβει να ρωτήσει την δεύτερη ακούγεται μέσα από τον παράδεισο μια πονεμένη κραυγή:
"Ωχ!"
- Τι ήταν αυτό που ακούστηκε; ρωτάνε οι ξανθιές τον Αγιο Πέτρο.
- Α! τίποτε. Απλά κάρφωσαν το ένα φτερό σε έναν άγιο.
Ρωτάει μετά την δεύτερη:
- Εσύ έχεις να προσθέσεις κανένα τελευταίο αμάρτημα;
- Όχι, του απαντάει εκείνη.
- Ωχ! Ωχ! Ωχ! ακούγεται μέσα από τον παράδεισο.
- Α, μην ανησυχείτε, αυτό ήταν το δεύτερο φτερό, τους λέει ο Αγιος Πέτρος. Πριν όμως προλάβει να ρωτήσει την τρίτη ακούγεται από τον Παράδεισο άλλη μια πιο τρομακτική κραυγή.
- Α -λέει ο Αγιος- τελείωσαν. Αυτό ήταν φωτοστέφανο.
Πετιέται τότε η τρίτη από τις ξανθιές και λέει:
- Κορίτσια ομολογήστε διάφορες αμαρτίες και πάμε καλύτερα στην κόλαση.
- Μα εκεί θα σας πηδήξουν, λέει ο Αγιος Πέτρος.
Κι η ξανθιά:
- Μήπως καινούρια τρύπα θα μας ανοίξουν;
Μια φορά κι ένα καιρό ένας φτωχούλης χωρικός σηκώνεται πρωί πρωί με την αυγουλά να αρμέξει την αγελάδα του. Πάει στο στάβλο και τη βρίσκει νεκρή. Η στενοχώρια του ήταν μεγάλη. Η αγελάδα ήταν η μόνη πηγή χρημάτων που είχε για να τρέφει την οικογένεια του. Πάνω στην απελπισία του κρεμάστηκε.
Πάει η γυναίκα του στο στάβλο, βρίσκει την αγελάδα νεκρή και τον άνδρα της κρεμασμένο και πάνω στην απελπισία της τον μιμείται.
Πάει ο γιος στο στάβλο, βλέπει το θέαμα και αποφασίζει να πάει να πέσει στον ποτάμι να πνιγεί. Ήταν έτοιμος να πνιγεί όταν ένα χέρι τον βγάζει από το νερό. Ήταν μια γυναίκα πανέμορφη. Ποτέ του δεν είχε ξαναδεί τόσο ωραία γυναίκα.
- Είμαι η νεράιδα του ποταμού. Ξέρω τι σου συνέβη. Αν με πη**εις πέντε φορές θα σε σώσω και θα αναστήσω τους γονείς σου και την αγελάδα.
Τη βάζει κάτω ο νεαρός την πη**ει μια, δυο, τρεις φορές αλλά στην τέταρτη τα φτύσε.
- Καταραμένε, άντε πνίξου.
Και επιστρέφει στο νερό μέσα και πνίγεται.
Πάει στο στάβλο και ο δεύτερος αδελφός, βλέπει κι αυτός το θέαμα και πάει κι αυτός να πέσει να πνιγεί. Έτοιμος ήταν να τον πάρει ο χάρος και η νεράιδα τον σώζει:
- Είμαι η νεράιδα του ποταμού. Ξέρω τι σου συνέβη. Αν με πη**εις δέκα φορές θα σε σώσω και θα αναστήσω τους γονείς σου, τον αδελφό σου και την αγελάδα.
Τη βάζει κι αυτός κάτω την πη**ει 8 φορές αλλά την ενάτη τα φτύσε.
- Καταραμένε, άντε πνίξου κι εσύ.
Και επιστρέφει στο νερό και πνίγεται.
Πάει και ο τρίτος αδελφός, βλέπει τι συνέβη και πάει κι αυτός να πνιγεί. Πάλι η νεράιδα τον σώζει.
- Είμαι η νεράιδα του ποταμού. Ξέρω τι σου συνέβη. Αν με πη**εις δεκαπέντε φορές θα σε σώσω και θα αναστήσω τους γονείς σου, τα αδέλφια σου και την αγελάδα.
- Μόνο δεκαπέντε, θες. Εγώ σε πη**ω και είκοσι.
- Α, έτσι μου σαι, ε λοιπόν τώρα θέλω είκοσι πέντε.
- Τριάντα.
- Κόλλα το.
Αρχίζει, λοιπόν να την πη**ει αλλά εκεί που την πη**σε σταματάει ξαφνικά και της λέει:
- Δε φαντάζομαι μετά το τριακοστό να πεθάνεις κι εσύ όπως η αγελάδα.
Σε ένα αγρόκτημα ήταν πολλαί αγελάδαι και τρεις ταύροι που είχαν μοιράσει τις αγελάδες .
O καθένας πηδ**σε τις δικές του μόνο και περνούσαν τζάμι . Μαθαίνουν λοιπόν ότι το αφεντικό αγόρασε ένα νέο ταύρο και πολύ τους κακοφάνηκε . Λέει ο πρώτος : Α , εγώ δεν θα του δώσω καμία αγελάδα από τις δικές μου . Λέει ο δεύτερος : Α ούτε κι εγώ δεν θα του δώσω καμία αγελάδα από τις δικές μου. Λέει ο τρίτος : Εγώ είμαι ο πιο νέος κι έχω τις λιγότερες . Ούτε κι εγώ θα του δώσω καμία . Ας περιμένει του χρόνου να πάρει από τις καινούριες . Φτάνει το φορτηγό , ξεφορτώνει τον νέο ταύρο και τι να δουν ; Ένα ταύρο τεράστιο ! Και πολύ άγριο ...- Ωωωωωωωωχ ! , λέει ο πρώτος , εγώ θα του δώσω τις μισές αγελάδες από τις δικές μου . Λέει ο δεύτερος :
- Α , κι εγώ θα του δώσω τις μισές αγελάδες από τις δικές μου . Ο τρίτος μούγκριζε άγρια κι έσκαβε το χώμα .- Ε , εσύ δεν θα κάνεις μια φιλική προσφορά ; τον ρωτάνε .- Ελπίζω να καταλάβει ότι είμαι κι εγώ ταύρος , είπε ο τρίτος .