φρέσκα ανέκδοτα

"Αγαπητή Αμπυ, Ο σύζυγός μου είναι ψεύτης και άπιστος. Με κεράτωνε από την αρχή, και δεν το παραδέχεται με τίποτε. Ενώ όλοι ξέρουν ότι με κερατώνει αυτός ισχυρίζεται ότι δεν συμβαίνει τίποτε.
Είναι τόσο ταπεινωτικό. Ακόμη, από όταν έχασε την δουλειά του, πριν από 6 χρόνια, δεν έχει καν ψάξει να βρει καινούργια. Το μόνο που κάνει όλη μέρα είναι να καπνίζει πούρα, να βολτάρει με τους φίλους τους, ενώ εγώ πρέπει να δουλεύω για να πληρώνω τους λογαριασμούς. Από τότε που η κόρη μας έφυγε για το κολλέγιο ούτε καν προσποιήται ότι με συμπαθεί, και λέει διαδίδει ότι ίσως και να είμαι λεσβία. Τι να κάνω;Μπερδεμένη Καρδιά"
"Αγαπητή Μπερδεμένη Καρδιά, Σοβαρέψου και παράτα τον!Αμαν πια. Δεν τον χρειάζεσαι. Είσαι Γερουσιαστής από την Ν. Υόρκη και είσαι στην κούρσα για Πρόεδρος των ΗΠΑ. Φέρσου όπως ταιριάζει στην θέση σου!"
Κάποτε, ένας μάγκας, πηγαίνει σ` ένα καφενείο μαζί με τους φίλους του, για να παίξει λίγο τάβλι, ώστε να περάσει η ώρα. Πηγαίνει λοιπόν, κάθεται και περιμένει μέχρι να έρθει ο καφετζής να πάρει παραγγελία.
- "Τι θα πάρετε παρακαλώ;"
- "Που `σαι φίλε, θέλω ένα καφεδάκι περιποιημένο. Δε θέλω να είναι ούτε πολύ γλυκός, αλλά ούτε και πολύ πικρός. Τσακ στη μέση.
Δε θέλω να έχει ούτε πολλές φουσκάλες, αλλά ούτε και λίγες. Τσακ στη μέση. Το φλιτζάνι στο οποίο θα το βάλεις, δε θέλω να είναι ούτε πολύ μεγάλο, αλλά ούτε και πολύ μικρό. Τσακ στη μέση."
Ο καφετζής αγανακτισμένος φεύγει.
- "Ε! Φίλε που πας, δε τελείωσα ακόμα. Ακου λοιπόν. Μαζί με το καφέ θέλω και κουλουράκια. Τα οποία, δε θέλω να είναι ούτε πολύ μεγάλα, αλλά ούτε και πολύ μικρά. Τσακ στη μέση. Δε θέλω να έχουν ούτε πολύ σουσάμι, αλλά ούτε και λίγο. Τσακ στη μέση. Και τώρα σπάσε, είσαι ελεύθερος."
- "Μάλιστα κύριε", απαντάει πυρ και μανία ο καφετζής.
Η ώρα περνούσε και ο μάγκας περίμενε το καφέ του με ανυπομονησία. Το μαγαζί άδειασε και ο μάγκας δεν είχε πάρει ακόμα το καφέ του. Έτσι λοιπόν, μετά από περίπου μιάμιση ώρα, λέει στο καφετζή:
- "Ε! Φίλε! Τι θα γίνει με το καφέ;"
Και ο καφετζής του απαντάει:
- "Ακου μεγάλε! Δε σε έχω γραμμένο ούτε πολύ δεξιά, αλλά ούτε και πολύ αριστερά. Τσακ στη μέση.", δείχνοντας του το μπλοκάκι με τις παραγγελίες.
Ήταν μια φορά μια οικογένεια χελώνων (μάνα, πατέρας, και τρεις γιοί) και αποφάσισαν να πάνε για πικ νικ. Ξεκίνησαν ένα ωραίο πρωί και περπατώντας μία μέρα, δύο μέρες, τρεις μέρες, βρήκανε ένα ωραίο λιβάδι.
Στρώσανε μία κουβέρτα και βγάζοντας τα πράγματα είδαν ότι έλειπε το ανοιχτήρι για τις κονσέρβες. Λέει τότε ο πατέρας στον μικρό του γιό. Γιε μου να πας στο σπίτι να φέρεις το ανοιχτήρι.
Μικρός γιός: Δεν πάω θα φάτε!
Πατέρας: Σου υπόσχομαι ότι θα σε περιμένω.
Μικρός γιός: Δεν πάω θα φάτε!
Με τα πολλά όμως έφυγε. Πέρασαν τρεις μέρες αλλά δεν είχε γυρίσει. Τότε ο δεύτερος γιος άρχισε να διαμαρτύρεται ότι πεινάει. Υποσχέθηκα στον μικρό μου γιο ότι θα τον περιμένουμε λέει ο πατέρας. Πέρασε μία βδομάδα, δύο βδομάδες, ένας μήνας και άρχισαν να διαμαρτύρονται και οι άλλοι. Υποσχέθηκα στον μικρό μου γιο ότι θα τον περιμένουμε λέει πάλι ο πατέρας. Πέρασαν δύο μήνες ώσπου δεν άντεξε και ο πατέρας και λέει στους υπόλοιπους να ξεκινήσουν να τρώνε. Tότε ξεπετάγεται ένα κεφάλι πίσω από κάτι θάμνους και λέει:
Θʽ φάτε ε, δεν πάω!
Όταν ήμουν 14 χρονών, ήλπιζα ότι μια μέρα θα βρω ένα κορίτσι.
Οταν έγινα 16 βρήκα ένα κορίτσι, αλλά δεν είχε καθόλου πάθος, κι έτσι αποφάσισα ότι χρειάζομαι ένα κορίτσι με πάθος για ζωή.
Στο κολέγιο έβγαινα ραντεβού με ένα παθιάρικο κορίτσι, αλλά παραήταν συναισθηματική. Όλα μαζί της ήταν μία κατάσταση εκρηκτική. Ήταν μελοδραματική, έκλαιγε όλη μέρα και με απειλούσε με αυτοκτονίες. Έτσι αποφάσισα ότι χρειάζομαι ένα κορίτσι με συναισθηματική σταθερότητα.
Όταν έγινα 25 βρήκα ένα πολύ σταθερό κορίτσι, αλλά ήταν βαρετή. Ήταν απόλυτα προβλέψιμη και δεν την ενθουσίαζε τίποτα. Η ζωή μου μαζί της ήταν τόσο ανιαρή που αποφάσισα ότι χρειάζομαι ένα κορίτσι γεμάτο με ενθουσιασμό για ζωή.
Όταν έγινα 28 βρήκα ένα ενθουσιώδες κορίτσι, αλλά δεν μπορούσα να παρακολουθήσω τους ρυθμούς της. Έτρεχε από το ένα πράγμα στο άλλο, ποτέ δεν καθόταν στα αυγά της. Λειτουργούσε παρορμητικά και με έκανε τόσο ευτυχισμένο όσο και δυστυχή. Αρχικά ήταν πολύ ενθουσιώδης, αλλά αλλού την έχανες κι αλλού την έβρισκες. Έτσι αποφάσισα να βρω ένα κορίτσι με πιο εφικτούς στόχους στη ζωή του.
Όταν έφτασα τα τριάντα, βρήκα ένα έξυπνο και φιλόδοξο κορίτσι με τα δυο της πόδια να πατάνε γερά στη γη και ... την παντρεύτηκα. Ήταν τόσο φιλόδοξη που με χώρισε και πήρε ό,τι είχα και δεν είχα.
Τώρα είμαι πιο ώριμος και πιο σοφός, και ψάχνω για ένα κορίτσι με μεγάλα βυζιά.
Ήταν ένας Πόντιος στην Σκωτία και ψάρευε με την βάρκα του στην λίμνη. Δίπλα του κολυμπούσε ένας Σκοτσέζος.
Κάποια στιγμή ακούει ο Πόντιος τον Σκοτσέζο να φωνάζει:
- Βοήθεια, βοήθεια, πνίγομαι!
Πηγαίνει με την βάρκα δίπλα του για να τον σώσε:
- Δώσε μου το χέρι σου, φωνάζει.
Τίποτε ο Σκοτσέζος.
- Ρε δώσε μου το χέρι σου να σε ανεβάσω στην βάρκα!
Ο Σκοτσέζος όμως ακούγοντας το αυτό απομακρυνόταν, μέχρι που πνίγηκε!
Τον ανεβάζει ο Πόντιος στην βάρκα και τον βγάζει στην παραλία.
Εκεί του λένε οι φίλοι του πνιγμένο:
- Μα δίπλα ήσουνα, γιατί δεν τον έσωσες τον άνθρωπο; και τον πλακώνουν στο ξύλο.
- Μα αφού του έλεγα "Δώσε μου χέρι σου" και αυτός αντί να το δώσει έφευγε!
Ξαναρχίζουν οι Σκοτσέζοι να τον βαράνε και του λένε:
- Μα καλά, δεν ξέρεις πως σε έναν Σκοτσέζο δεν του λες ποτέ "Δώσε". Έπρεπε να του πεις:
"Πάρε το χέρι μου!"