φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν ένα ζευγάρι νιόπαντρων και είχαν πάει ταξίδι του μέλιτος σε ένα νησί.
Όταν έφτασαν δεν ήξεραν το όνομα αυτού του νησιού. Έτσι είπαν ότι την πρώτη λέξη που θα πουν όταν ξυπνήσουν θα αποτελέσει και το όνομα του νησιού. Έτσι το πρωί η γυναίκα είπε στον άντρα της να βγάλει το χέρι του από τον κώλο της. Έτσι το νησί το ονόμασαν κώλο.
- Μετά από χρόνια ξαναπήγαν στο νησί αλλά αυτή τη φορά με το παιδί τους. Μέχρι τότε δε του είχαν βγάλει όνομα και είπαν πως την πρώτη λέξη που θα έλεγαν το πρωί θα γινόταν το όνομα του παιδιού. Έτσι το πρωί η γυναίκα ξύπνησε και είπε πως ονειρεύτηκε πως έπεσε σε μια τρύπα. Έτσι το παιδί το ονόμασαν τρύπα.
- Μετά πάλι από χρόνια ξαναπήγαν στο νησί και έχασαν την τρύπα. Έψαξαν παντού αλλά δεν τη βρήκαν. Έτσι πήγαν στην αστυνομία και είπαν πως όλο τον κώλο έψαξαν αλλά την τρύπα δεν τη βρήκαν.
Ο πατέρας ακούει κρυφά το μικρό γιο να κάνει τη νυχτερινή του προσευχή:
"Θεέ μου φύλαγε τον μπαμπά μου, την μαμά μου, τη γιαγια μου και δώσε χαιρετίσματα στον παππού μου."
Παραξενεύτηκε λίγο, αλλά δεν έδωσε σημασία. Την άλλη μέρα ο παππούς πέθανε.
Μετά από λίγο καιρό πάλι τα ίδια ο μικρός:
"Θεέ μου φύλαγε τον μπαμπά μου, την μαμά μου, και...
Δώσε χαιρετίσματα στην γιαγιά μου."
Την άλλη μέρα η γιαγιά πέθανε. Ο πατέρας παραξενεύτηκε για τα καλά. Μετά από λίγο καιρό πάλι τα ίδια ο μικρός:
"Θεέ μου φύλαγε την μαμά μου και δώσε χαιρετίσματα στον μπαμπά μου."
Τρελάθηκε ο πατέρας, ξύπνησε νωρίς, για να μην πέσει σε κυκλοφορία μεγάλη, πήγε δουλειά και γύρισε στο σπίτι μετά τα μεσάνυκτα. Ήταν ακόμα ζωντανός.
"Συγνώμη αγάπη μου", είπε, "αλλά ήταν μια δύσκολη μέρα στο γραφείο σήμερα."
"Εσύ είχες δύσκολη μέρα;" είπε η σύζυγος.
"Εγώ τι να πω, που πέθανε ο ταχυδρόμος μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μας, το πρωί;"
Πάει ο Μπάμπης στα μπουζούκια και βλέπει τον Κόκκαλη. Τον πλησιάζει και του λέει:
- Κύριε Κόκκαλη, θέλω να μου κάνετε μια μεγάλη χάρη. Να, περιμένω την κοπέλα μου και θα ήθελα να την εντυπωσιάσω. Μπορείτε όταν έρθει να περάσετε μπροστά από το τραπέζι μας και να μου πείτε:
- Για σου ρε Μπάμπη παλιόφιλε μου;
- Aσε μας ρε φίλε. Και που σε ξέρω εγώ;
- Έχετε δίκιο Κύριε Κόκκαλη. Δεν με ξέρετε, μια εξυπηρέτηση θέλω ο φτωχός. Δεν σας κοστίζει τίποτα και για μένα σημαίνει πολλά. Η κοπέλα μου θα με πάρει από καλό μάτι για τις γνωριμίες που έχω.
Αφού τον έπρηξε ο Μπάμπης τελικά ο κος Κόκκαλης ενέδωσε...
- Ωραία, θα σου κάνω τη χάρη. Κάτσε στο τραπέζι σου και όταν έρθει, μετά από λίγο θα περάσω.
- Χίλια ευχαριστώ κύριε Κόκκαλη! Με σώζετε!
Κάθεται λοιπόν ο Μπάμπης και λίγο αργότερα έρχεται και η κοπέλα του. Τους πλησιάζει ο Σωκράτης που λέτε και λέει:
- Για σου ρε Μπάμπη! Τι κάνεις φίλε μου;
Και του απαντάει ο Μπάμπης:
- Αϊ γ--σου ρε μ--α, πάλι δανεικά θέλεις;
Ναυαγούν σε ένα ερημικό νησί ένα ζευγάρι ποντίων κι ένας εργένης.
Οι άντρες αποφασίζουν να μοιραστούν τις δύο βασικότερες δουλειές ως εξής : ο ένας να ψαρεύει την ώρα που ο άλλος θα είναι ανεβασμένος στο μοναδικό δέντρο, παρακολουθώντας για παραπλέοντα σκάφη. Ο εργένης προθυμοποιείται να ανέβει πρώτος στο δέντρο. Μόλις ανεβαίνει, κοιτάει από πάνω και φωνάζει :
"Μα ειναι δυνατον να το κανετε μπροστα μου;"
. Ο πόντιος του απαντάει απορημένος :
"Μα δεν το κάνουμε, εγώ ψαρεύω."
Μετά όμως από λίγο ξαναφωνάζει ο εργένης :
"Μα καλα, δεν ντρεπεστε;".
"Μα εγώ ψαρεύω" ξαναλέει ο πόντιος, που όντως ψάρευε. Μερικές ώρες αργότερα οι δύο άντρες αλλάζουν πόστα και ο εργένης βάζει τη γυναίκα του πόντιου κάτω και επιδίδεται σε ανείπωτες δραστηριότητες. Ο πόντιος που το βλέπει πάνω από το δέντρο σκέφτεται "Κοίτα να δεις βρε παιδί μου, από εδώ πάνω όντως φαίνεται σαν να το κάνουνε..."