φρέσκα ανέκδοτα

Μια ξανθιά πάει επίσκεψη σε μια φίλη της . Καθώς κάθονται και συζητούν στο σαλόνι , η φίλη της ακούει θόρυβο αυτοκινήτου , πηγαίνει στο παράθυρο και βλέπει το σύζυγό της να επιστρέφει σπίτι .
" Ωχ , Χριστέ μου ! " φωνάζει . " Έρχεται ο άντρας μου με μια μεγάλη ανθοδέσμη . Τι με περιμένει την κακομοίρα ! ... Κάθε φορά που επιστρέφει με λουλούδια , πρέπει να είμαι έτοιμη να ξαπλώσω και να ανοίξω τα πόδια ! ... "
" Μα , γιατί ; λέει η ξανθιά . " Δεν έχετε ανθοδοχείο ; "
Είναι ο Κωστήκας κι ο Γιωρίκας και πάνε στην Αμερική.
Όταν φτάνουν στο αεροδρόμιο, κανονίζουν να βρεθούν ξανά εκεί τον επόμενο χρόνο, να δουν τι έχει κάνει ο καθένας στη ζωή του. Περνάει ο ένας χρόνος, και συναντιούνται στο αεροδρόμιο. Φτάνει ο Κωστίκας, πάμπλουτος, ντυμένος με ARMANI, με Ferrari, γυναίκες γύρω του κ. Τ. Λ.
Έρχεται κι ο Γιωρίκας, λιγδιασμένος, άλουστος, μπίχλας.
Λέει στον Κωστίκα:
- Ρε Κωστίκα, πως έγινες έτσι τόσο πλούσιος, επιτυχημένος;
Του λέει κι ο Κωστίκας:
- Ε, να. Δούλευα σε μια επιχείρηση, όπου είχαμε πρόβλημα με τα ποντίκια. Ε κι εγώ, βρήκα μια πατέντα. Στερέωσα σε ένα κουτί δυο πιρούνια, το ένα από τη μια, το άλλο από την άλλη, και από κάτω, έβαλα μέσα στο κουτί μια λεπίδα και στις άκρες των πιρουνιών, έβαλα από τη μία ζαμπόν και από την άλλη τυρί. Οπότε, έρχονταν το ποντίκι κι έλεγε:
"Τυρί ή ζαμπόν, τυρί ή ζαμπόν", και κουνάγε δεξιά, αριστερά το κεφάλι του. Αλλά δεν μπορούσε να αποφασίσει και πέθαινε από την πείνα.
- Φοβερή πατέντα, του λέει ο Γιωρίκας και αφού τα είπαν κλείσαν ραντεβού ξανά για μετά από έναν χρόνο. Πάνε του χρόνου, λοιπόν, στο αεροδρόμιο, έρχετε ο Κωστίκας κι εμφανίζεται ο Γιωρίκας, τρεις φορές πιο πλούσιος απότον Κωστίκα.
- Τι έκανες ρε Γιωρίκα κι έγινες πλούσιος τόσο γρήγορα;
- Ε, να μωρέ, λέει ο Γιωρίκας, πήρα την ιδέα σου και την τροποποίησα λίγο. Στερέωσα στο κουτί δυο πηρούνια, κανονικά την λεπίδα, όμως δεν έβαζα τυρί και ζαμπόν. Οπότε έρχεται το ποντίκι, και κάνει:
"Πού είναι το τυρί; Πού είναι το ζαμπόν; Πού είναι το τυρί; Πού είναι το ζαμπόν;"
Ήταν ένα ζευγάρι νιόπαντρων και είχαν πάει ταξίδι του μέλιτος σε ένα νησί.
Όταν έφτασαν δεν ήξεραν το όνομα αυτού του νησιού. Έτσι είπαν ότι την πρώτη λέξη που θα πουν όταν ξυπνήσουν θα αποτελέσει και το όνομα του νησιού. Έτσι το πρωί η γυναίκα είπε στον άντρα της να βγάλει το χέρι του από τον κώλο της. Έτσι το νησί το ονόμασαν κώλο.
- Μετά από χρόνια ξαναπήγαν στο νησί αλλά αυτή τη φορά με το παιδί τους. Μέχρι τότε δε του είχαν βγάλει όνομα και είπαν πως την πρώτη λέξη που θα έλεγαν το πρωί θα γινόταν το όνομα του παιδιού. Έτσι το πρωί η γυναίκα ξύπνησε και είπε πως ονειρεύτηκε πως έπεσε σε μια τρύπα. Έτσι το παιδί το ονόμασαν τρύπα.
- Μετά πάλι από χρόνια ξαναπήγαν στο νησί και έχασαν την τρύπα. Έψαξαν παντού αλλά δεν τη βρήκαν. Έτσι πήγαν στην αστυνομία και είπαν πως όλο τον κώλο έψαξαν αλλά την τρύπα δεν τη βρήκαν.