φρέσκα ανέκδοτα

Ενας κύριος περπατώντας μια μέρα στο Μοναστηράκι βρήκε και αγόρασε ένα πολύ παλιό λυχνάρι.
Οταν γύρισε στο σπίτι του εκεί που το επεξεργαζόταν , πετάγεται από μέσα ένα τεράστιο τζίνι .- Μη φοβάσαι , του λέει . Είμαι το τζίνι του λυχναριού . Είμαι κλεισμένος εδώ μέσα για πάνω από 100 χρόνια . Για να σε ευχαριστήσω που με ελευθέρωσες θέλω να που πεις μια επιθυμία σου και θα στην εκπληρώσω αμέσως . Σκέπτεται , σκέπτεται ο κύριος και τέλος του λέει :
- Εχω ένα σπιτάκι στα Χανιά που μ αρέσει να πηγαίνω να ξεκουράζομαι . Το αεροπλάνο το φοβάμαι , με το πλοίο είναι ταλαιπωρία . Αυτό που θα ήθελα να κάνεις είναι να φτιάξεις μια γέφυρα που να ενώνει την Αθήνα με την Κρήτη για να μπορώ να πηγαίνω στο χωριό εύκολα και γρήγορα .
- Απαπαπαπα ! Αδύνατον ! Αυτό δε γίνεται ! Ξέρεις πόσο τσιμέντο και πόσο σίδερο θα χρειαστώ ; Ξέρεις πόσα χιλιόμετρα άσφαλτο πρέπει να φτιάξω ; Πόσοι εργάτες πρέπει να δουλέψουν ; Ξέρεις πόσο ψηλή πρέπει να γίνει η γέφυρα για να περνάνε τα πλοία από κάτω ; Σε παρακαλώ , ζήτησέ μου κάτι άλλο ! - Καλά , τότε θα σου ζητήσω κάτι άλλο που με βασανίζει χρόνια τώρα . Εξήγησέ μου σε παρακαλώ πώς λειτουργεί το γυναικείο μυαλό , πώς σκέπτονται οι γυναίκες ;Και το τζίνι απαντά :
- ... Από πού είπες ότι θέλεις να ξεκινά η γέφυρα ;
"Ένα ανδρόγυνο, τα φέρνει βόλτα δύσκολα.
Τα χρήματα είναι λιγοστά και ο σύζυγος φεύγοντας από το σπίτι κάθε πρωί, αφήνει στη σύζυγο για τα καθημερινά ψώνια, ένα μόνο χιλιάρικο. Το μεσημέρι, γυρίζοντας στο σπίτι ο σύζυγος, βρίσκει για φαγητό, ψαρόσουπα και συναγρίδα μαγιονέζα.- Γυναίκα, ρωτάει. Πως μαγείρεψες τέτοιο φαί με ένα χιλιάρικο; -Ας είναι καλά, η Κοινωνική πρόνοια. Λέει η γυναίκα του. Την επόμενη, το γεύμα αποτελείται από γαλοπούλα γεμιστή, ρύζι πιλάφι κ. Λ. Π.- Γυναίκα, πως τα κατάφερες να φτιάξεις τέτοιο φαγητό, με ένα χιλιάρικο;-Ας είναι καλά η Κοινωνική Πρόνοια, απαντά και πάλι η σύζυγος. Μετά μερικές ημέρες, η σύζυγος, φορά ένα καινούργιο συνολάκι, χάριν και πάλι της Κοινωνικής Πρόνοιας. Εν τω μεταξύ, κακοκαιρία και ψύχος, αναγκάζουν το ζευγάρι να ανάψει μαγκάλι για να ζεσταθούνε. Η σύζυγος έχει αγκαλιάσει με τα πόδια της το μαγκάλι, για καλύτερη ζεστασιά και ο σύζυγος την παρατηρεί:
- Σιγά Γυναίκα, να μην ... Κάψεις την ... Κοινωνική Πρόνοια.!
Ο Γιωρίκας είναι ένας εμπορος επίπλων και έφτασε στην Γαλλια για επαγγελματικό ταξίδι.
Εκεί στο ξενοδοχείο που διέμενε γνώρισε μια πολύ όμορφη Γαλλίδα. Όμως το πρόβλημα ήταν ότι αυτός μιλούσε μόνο αγγλικά και η άλλη μόνο γαλλικά ετσι ήταν αδύνατο να συννενοηθούν με τα λόγια.
Έτσι αυτος έβγαλε ένα μπλοκάκι και ένα στυλό και ζωγράφισε ένα ταξί.
Αυτή του χαμογέλασε και πήραν ένα ταξι και πηγαν μια βόλτα σε ένα πάρκο.
Αργότερα ζωγράφισε ένα τραπέζι σε ένα εστιατόριο και ένα ερωτηματικό από δίπλα, αυτή συμφωνησε και έτσι πηγαν και για δειπνο.
Μετα το δείπνο, ζωγράφισε δυο χορευτές και αυτή ενθουσιάστηκε.
Όλο το βράδυ γυρνούσαν στα κλαμπ και όταν ξημερώματα πια γυρίσαν στο ξενοδοχείο, η Γαλλίδα του ζήτησε το μπλοκάκι. Αυτός της το έδωσε και αυτη ζωγράφισε ένα μεγάλο κρεβάτι και ένα ερωτηματικό και του το έδειξε χαμογελώντας με νόημα...
Από τοτε πέρασαν δυο μήνες και ο Γιωρίκας ακομη αναρωτιέται πως έμαθε η Γαλλιδα ότι ήταν έμπορος επίπλων!