φρέσκα ανέκδοτα

Μια φορά ένας συνάντησε έναν φίλο του που είχε να τον δει χρόνια ντυμένο καλόγερο.
- Μπα, έγινες καλόγερος;
- Ναι.
- Και πώς είναι η καλογηρική ζωή;
- Πολύ ωραία. Ξυπνάμε το πρωί, προσευχόμαστε, τελούμε τον όρθρο, παίρνουμε πρωινό κλπ κλπ. Το μοναστήρι μας είναι πολύ ωραίο, έχουμε πολλούς θησαυρούς, ιερά κειμήλια κλπ κλπ κι έχουμε κι ένα δωμάτιο μ ένα Μεγάλο Μυστικό.
- Τι μυστικό;
- Δεν μπορώ να στο πω, πρέπει να γίνεις καλόγερος για να το μάθεις.
Αποφασίζει, λοιπόν ο φίλος μας να γίνει καλόγερος για να γνωρίσει το μεγάλο μυστικό. Μπαίνει, λοιπόν στο μοναστήρι και ζητάει να δει το μεγάλο μυστικό. Βγαίνουν, λοιπόν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάνε ένα γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν ένα μακρύ μονοπάτι, φτάνουν σε ένα μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν μια μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν μια μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν κάτι σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν σ ένα δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, φτάνουν μπροστά σε μια πόρτα. Εκεί που είναι έτοιμοι να την ανοίξουν θυμούνται ότι δεν τον έχουν κάνει ακόμη καλόγερο οπότε δεν μπορεί ακόμη να γνωρίσει το Μεγάλο Μυστικό.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Αφού, λοιπόν το κάνουν καλόγερο πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, πέραν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Εκεί που πάνε να την ανοίξουν αντιλαμβάνονται ότι έχουν ξεχάσει το κλειδί.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους μια δεύτερη πόρτα. Κάνουν να ψάξουν το κλειδί της δεύτερης πόρτας κι αντιλαμβάνονται ότι το έχουν ξεχάσει.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, παίρνουν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί το κλειδί της δεύτερης πόρτας και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους μια τρίτη πόρτα. Κάνουν να ψάξουν το κλειδί της τρίτης πόρτας, πουθενά το κλειδί.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το ο δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, περνούν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Παίρνουν, λοιπόν το κλειδί το κλειδί της τρίτης πόρτας και πάνε να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους την τρίτη πόρτα. Ενώ είναι έτοιμη να την ανοίξουν θυμούνται ότι λείπει ο ηγούμενος κι ότι μόνο παρουσία του ηγουμένου μπορεί κανείς να γνωρίσει το Μεγάλο Μυστικό.
Ξεκινούν, λοιπόν να γυρίσουν πίσω. Ανεβαίνουν μια ανηφόρα, κατεβαίνουν μια κατηφόρα, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, στρίβουν αριστερά, κατεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, περνούν το μακρύ μονοπάτι, στρίβουν αριστερά, περνάν το γεφυράκι, κατεβαίνουν τη κατηφόρα και μπαίνουν μέσα στο μοναστήρι. Φωνάζουν τον ηγούμενο και ξεκινάν όλοι μαζί για να του δείξουν το Μεγάλο Μυστικό.
Βγαίνουν έξω, ανεβαίνουν μια ανηφόρα, περνάν το γεφυράκι, στρίβουν δεξιά, περνάν το μακρύ μονοπάτι, φτάνουν στο μεγάλο δένδρο, ανεβαίνουν τη μεγάλη ανηφόρα, κατεβαίνουν τη μεγάλη κατηφόρα, στρίβουν αριστερά, ανεβαίνουν τις σκάλες, στρίβουν δεξιά, μπαίνουν στο δάσος, βγαίνουν απ το δάσος, ανεβαίνουν την ανηφόρα, κατεβαίνουν την κατηφόρα, φτάνουν μπροστά στη πόρτα. Την ανοίγουν και βλέπουν μπροστά τους τη δεύτερη πόρτα. Την ανοίγουν κι αυτή και βρίσκουν μπροστά τους την τρίτη πόρτα, την ανοίγουν και του αποκαλύπτουν το Μεγάλο Μυστικό.
Ποιο ήταν το Μεγάλο Μυστικό;
- Να γίνετε καλόγεροι για να το μάθετε.
Μια νεκροφόρα πάει από τα λιμανάκια στη Bάρκιζα στο νεκροταφείο για να θάψει το νεκρό που κουβαλάει. Σε μια στροφή το αμάξι φεύγει, ανοίγει η πίσω πόρτα, πέφτει η κάσα, ανοίγει και ο νεκρός βρίσκετε στο δρόμο.
Ο οδηγός κατεβαίνει τον κοιτάει και λέει:
- Ποιος να τον σηκώσει τώρα; άστον εδώ, χέστηκα... και του δίνει μια και πάει πιο πέρα στο δρόμο.
Περνάει μια νταλίκα και τον πατάει κατεβαίνει ο νταλικέρης τον βλέπει και λέει:
- Που να τον πάω τώρα το μαλάκα ας πρόσεχε... Και του δίνει μια και πάει πίσω από τους θάμνους.
Περνάει ένας κυνηγός με το σκυλί του το οποίο πάει πίσω από το θάμνο και μυρίζει. Ο κυνηγός με το που το βλέπει αρχίζει και ρίχνει νομίζοντας ότι είναι θήραμα. Mόλις βλέπει ότι είναι άνθρωπος λέει:
- Πω, Πω, τι έκανα ο μαλάκας αλλά χέστηκα ποιος ξέρει τι έκανε αυτός πίσω από τους θάμνους... Και του δίνει μια και πέφτει στη θάλασσα.
Περνά ένα σκάφος με ένα τύπο όπου του έπαιρνε τσ... μια γκόμενα και ακούει θορύβους στην προπέλα. Πάει και βλέπει τον άνθρωπο και αρχίζει και βρίζει την γκόμενα:
- Eσύ φταις και δεν είδα τον άνθρωπο που κολυμπούσε, να τον πάμε στο νοσοκομείο Bούλας.
Τον πάει και εκεί που είναι στην αναμονή και περιμένει, βγαίνει ο χειρουργός και γυρνάει και του λέει:
- 5 λεπτά νωρίτερα να μας τον είχατε φέρει, ΘΑ ΤΟΝ ΕΙΧΑΜΕ ΣΩΣΕΙ !
Ήταν ένας λευκός και μόλις είχε μετακομίσει σε μια συνοικία μαύρων. Λοιπόν αποφάσισε να πάει στον κινηματ ογράφο για να δει καμιά ταινία.
Έτσι πήγε στην στάση του λεωφορείου, όμως υπήρχε μια μεγάλη ουρά από μαύρους που περίμενε να ανέβει στο λεωφορείο. Τι να κάνει, κάθισε και περίμενε. Σε μια στιγμή τον βλέπει ο μαύρος που περίμενε μπροστά του και του λέει -"Συγγνώμη κύριε, καινούριος είσαι εδώ πέρα;" .
- "Ναι", του λέει, "που το κατάλαβες;" .
- "Ααααα", λέει ο μαύρος, "εδώ πέρα οι λευκοί δεν περιμένουν στην ουρά, πάνε αμέσως μπροστά μπροστά, είναι ανώτεροι!"
- "Μα όχι δεν πειράζει, θα περιμένω στην σειρά όπως όλοι", λέει ο λευκός.
- "Όχι", του λέει ο μαύρος, "θα πας μπροστά απ όλους τους μαύρους".
- "Καλά εντάξει θα πάω", λέει ο λευκός και ανεβαίνει στο λεωφορείο περνώντας όλους τους μαύρους που περίμεναν. Όταν φτάνουν στο κινηματογράφο κατεβαίνει και βλέπει μια ουρά από μαύρους 300 μέτρα που περίμεναν για να αγοράσουν εισιτήριο! -"Πω πω", λέει, "τι είναι όλοι αυτοί;". Τι να κάνει λοιπόν, κάθισε και περίμενε στην ουρά. Σε μία στιγμή τον βλέπει ο μαύρος που ήταν μπροστά του και του λέει:
- "Συγγνώμη κύριε, καινούριος είστε εδώ πέρα;" -"Ναι", του λέει ο λευκός, "Που το καταλάβατε;" -"Αααααα", του λέει, "εδώ οι λευκοί δεν περιμένουν στην σειρά, πηγαίνουν κατευθείαν μπροστά".
- "Μα όχι", λέει ο λευκός, "θα περιμένω στην ουρά".
- "Όχι, θα πας κατευθείαν να πάρεις εισιτήριο, δεν θα περιμένεις στην ουρά με τους μαύρους".
- "Καλά, αφού επιμένετε θα πάω" λέει ο λευκός και προσπερνάει όλους τους μαύρους. Λέει λοιπόν σε αυτόν που πουλούσε εισιτήρια:
" -"Θέλω ένα εισιτήριο".
- "Πλατεία ή εξώστη;" τον ρωτάει ο πωλητής.
- "Πλατεία", λέει ο λευκός.
- "Αα όχι, αυτό είναι υποτιμητικό για σας, εκεί πάνε όλοι οι μαύροι. Εσείς θα πάτε στον εξώστη".
- "Μαααα...".
- "Δεν ακούω κουβέντα", του λέει ο πωλητής, "θα πάτε στον εξώστη".
- "Καλά, αφού επιμένετε θα πάω", λέει ο λευκός. Λοιπόν ανεβαίνει στον εξώστη, αρχίζει η ταινία, όμως κάπου στην μέση της ταινίας ήθελε να πάει να κατουρήσει. Βλέπει μια μικρή πορτίτσα και σκέφτεται:
- "Μάλλον αυτή είναι η τουαλέτα". Πάει να μπει στην τουαλέτα, τον προλαβαίνει όμως ένας μαύρος και του λέει:
- "Εεεε, που πας;" -"Θέλω να κατουρήσω", του λέει ο λευκός.
- "Πρέπει να είσαι καινούριος εδώ πέρα, εδώ κατουράνε μόνο οι μαύροι", λέει ο μαύρος.
- "Και εγώ που θα κατουρήσω;", ρωτάει ο λευκός.
- "Οι λευκοί την βγάζουν έξω και κατουράνε κάτω από τον εξώστη", του λέει ο μαύρος.
- "Μα από κάτω κάθονται οι μαύροι", λέει ο λευκός.
- "Ααα, έτσι γίνεται εδώ". Τι να κάνει λοιπόν, την βγάζει και αρχίζει να κατουράει κάτω από τον εξώστη, στην πλατεία. Οπότε ακούγεται μια δυνατή φωνή από κάτω:
- "Ρε φίλεεε, καινούριος είσαι εδώ πέρα;".
- "Ναι", λέει ο λευκός, "που το κατάλαβες;".
- "Εε κάντην λίγο πέρα δώθε"!