φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν τρεις φίλοι, ο Κώστας, ο Δημήτρης και ο Γιώργος οι οποίοι μένανε μαζί.
Μία μέρα λέει ο Κώστας στου άλλους δύο πώς θα ήθελε το βράδυ να μην γυρίσουν σπίτι, γιατί θα έρθει μία κοπέλα να τον δει.
- ΟΚ, λένε οι άλλοι δύο και βγαίνουν για ποτό.
Τα ξημερώματα μπαίνουν στο σπίτι, και βλέπουν τον Κώστα να βαριανασαίνει ξαπλωμένος στον καναπέ.
- Τί έγινε ρε φίλε; τον ρωτάνε. Όλα καλά;
- Μάγκες, αφήστε τα, τους απαντά, έγινε χαμός με το γκομενάκι.
- Σώπα ρε φίλε, πόσες φορές;
- Πέντε.
- ΠΕΝΤΕ! Και η γκόμενα;
- Νοσοκομείο, τους απαντά ο Κώστας.
- Μεγάλε, λένε αυτοί, και αρχίζουν να τον πειράζουν για το κατόρθωμά του...
Μετά από καμιά βδομάδα ο Δημήτρης τους ζητά να του αφήσουν το σπίτι, γιατί είχε και αυτός ραντεβού με μία κοπέλα.
Το πρωί, γυρνώντας τον βλέπουν ημιλιπόθυμο στο πάτωμα και τρέχουν να μάθουν τα νέα.
- Τί έγινε, ρε Μητσάρα; Πόσες φορές, ρε θηρίο;
- Αφήστε τα, ρε παιδιά! Δέκα φορές!
- ΔΕΚΑ ΦΟΡΕΣ! Και η γκόμενα;
- Νοσοκομείο, τους απαντά.
- Πωπω, ρε Μητσάρα, είσαι αρχηγός!
Περνάει καμιά βδομάδα και λέει και ο Γιώργος ότι έχει ραντεβού.
Τα ξημερώματα γυρνάνε οι άλλοι δύο και τί να δούνε;
Ο Γιώργος σε ημικωματώδη κατάσταση, και ίσα-ίσα να αναπνέει:
- Γιώργαρε, είσαι καλά ρε φίλε; τον ρωτάνε.
- Δεν μπορώ άλλο, ρε μάγκες, τους λέει, θα σβήσω.
- Γιατί ρε φίλε; Τί έγινε; Πόσες φορές;
- Τριάντα πέντε, τους απαντάει!
- ΤΡΙΑΝΤΑΠΕΝΤΕ ΦΟΡΕΣ; Τι λες, ρε φίλε! Και η γκόμενα;
- Δεν ήρθε...!
Ένα αεροπλάνο έχοντας πιαστεί σε ομίχλη προσπαθεί απεγνωσμένα να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο γνωστής πόλης των Η. Π. Α. Ο πιλότος καθώς διαπιστώνει ότι ο πύργος ελέγχου δεν του δίνει αρκετές πληροφορίες για το τι να κάνει έχει αρχίσει να πανικοβάλλεται.
- Κοίτα, του λέει η αεροσυνοδός. Ένας άνθρωπος είναι στον ουρανοξύστη εκεί πέρα! Ας τον ρωτήσουμε μήπως μπορεί να μας βοηθήσει να προσανατολιστούμε.
Τι να κάνει ο καημένος ο πιλότος, μην έχοντας και πολλές επιλογές, μια και δεν έβλεπε κανένα άλλο κτήριο τριγύρω, κατεβάζει το παράθυρο της καμπίνας (λέμε τώρα!) και φωνάζει καθώς πλησιάζει τον ουρανοξύστη:
- Ε, εσύ εκεί πέρα! Μήπως μπορείς να μας πεις που ακριβώς βρισκόμαστε;
- Φυσικά! Βρίσκεστε μέσα σε ένα αεροπλάνο! απαντάει ο τύπος.
Αμέσως ο πιλότος, χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο το κόβει όλο αριστερά και κατευθύνεται Δυτικά για 2μιση λεπτά καθώς μειώνει σταδιακά το υψόμετρο. Μετά με ένα απότομο ελιγμό πετυχαίνει ακριβώς τον σωστό διάδρομο που του είχε πει ο πύργος ελέγχου και προσγειώνει το αεροπλάνο σώο και αβλαβές.
- Συγχαρητήρια! του λέει η αεροσυνοδός. Μα πως στην ευχή τα κατάφερες;
- Είναι πολύ απλό! Ο τύπος στον ουρανοξύστη μας είπε κάτι που είναι απόλυτα αληθές όμως πέρα και πέρα άχρηστο. Αρα δεν μπορεί παρά να εργάζεται για την Microsoft, της οποίας τα γραφεία βρίσκονται ακριβώς 5 χλμ. Ανατολικά του αεροδρομίου!
Ατάκες γυναικών (η ιστορία από άλλη οπτική γωνιά):
1) «Μωρό μου; Να σου καθαρίσω ένα μηλαράκι;» - Εύα
2) «Και Μην τολμήσεις να έρθεις αν δεν μου βρεις την ενυδατική κρέμα που σου είπα » - Πηνελόπη
3) «Αν πεινάσεις, έχει φαγητό στο φούρνο. Εγώ και τα παιδιά θα αργήσουμε» - Μήδεια
4) «Άντε τελείωνε! Πλύνε τα χέρια σου και έλα να φας πριν κρυώσει το φαγητό»- Η Μητέρα του Πόντιου Πιλάτου
5) «Μωρό μου, είδα έναν υπέροχο χιτώνα. Μόνο τριάντα αργύρια!»
- Η γυναίκα του Ιούδα
6) "Τζουτζούκο μου αυτά τα σαπουνάκια Μασσαλίας μου ξηραίνουν το δέρμα και δεν κάνουν αφρό» - Εύα Μπράουν 1940
7) «Αγάπη, σήμερα λέω να πάρουμε το κάμπριο» - Τζάκι Κέννεντι 1963
8) «.. Και ποιος είναι δηλαδή ο Μάο να έχει τείχος και εμείς όχι» - Κυρία Ούλμπριχτ 1961
9) «Γιώργο ο αχαϊρευτος ο γιος μας πάλι δεν μπήκε στο Πολυτεχνείο. Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο για να μπει!» - Δέσποινα Παπαδοπούλου 1973
10) "Οσάμα, θα πάω στην Νέα Υόρκη με την μαμά - με διαφορετικές όμως πτήσεις" - Η Κυρία Λάντεν
Ήταν 3 ερημίτες στην έρημο που ξεμείναν από νερό και τροφή.
Προκειμένου να πεθάνουν, χτυπάν την πόρτα ενός γυναικείου μοναστηριού.
Ανοίγει μία καλόγρια, η οποία τους λέει ότι ο μόνος τρόπος να τους αφήσουν να μπουν στο μοναστήρι, είναι να τους το κόψουνε.
Αυτοί είναι απελπισμένοι, οπότε δέχονται.
Μπαίνει ο πρώτος, ακούγεται ένα διαπεραστικό "Αααααα!" και μετά σιωπή.
Μπαίνει ο δεύτερος, ακούγονται για ώρα πολλές κραυγές "Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα!" και μετά σιωπή.
Μπαίνει ο τρίτος και πρίν του το κόψουν ρωτάει:
- Γιατί ο πρώτος που μπήκε έκανε:
"Αααααα!"
Και ο δεύτερος έκανε:
"Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα!";
- Α, του απαντάνε, γιατί ο πρώτος ήταν ξυλοκόπος και του το κόψαμε με το τσεκούρι, ενώ ο δεύτερος ήταν μαραγκός και του το κόψαμε με το πριόνι...
Αρχίζει να γελά αυτός και λέει:
- Και εγώ που είμαι παγωτατζής δηλαδή, θα μου το γλείφετε μέχρι να λιώσει;