φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν μια φορά ένα άλογο σε ένα μπαρ πολύ, μα πάρα πολύ λυπημένο.
Ο ιδιοκτήτης του μπαρ και του αλόγου δεν μπορούσε να το βλέπει άλλο έτσι. Την επόμενη μέρα λοιπόν κολλάει ένα χαρτί έξω από το μπαρ του που έλεγε ότι όποιος κάνει το άλογο να γελάσει θα του έδινε 3000€. Έτσι ένας περαστικός που είδε το χαρτί μπαίνει στο μπαρ για να κάνει το άλογο να γελάσει. Λέει στο ιδιοκτήτη:
- "Βγες έξω για 5 λεπτά και μετά ξαναμπές. Εντάξει;"
- "Εντάξει," λέει ο ιδιοκτήτης.
Μετά από 5 λεπτά που μπαίνει ξανά στο μπαρ βλέπει το άλογο πεσμένο κάτω να χτυπιέται από τα γέλια.
- "Μπράβο ρε φίλε, λέει ο ιδιοκτήτης, αλλά πως το έκανες;"
- "Απλά του είπα ότι το τέτοιο μου είναι μεγαλύτερο από το δικό του."
Του δίνει λοιπόν ο ιδιοκτήτης τα 3000€ και αυτός φεύγει.
Μετά από μια βδομάδα ο ιδιοκτήτης κολλάει άλλο ένα χαρτί που λέει ότι δίνει 3000€ σε όποιον κάνει το άλογο να κλάψει ξανά γιατί αυτός δεν μπορούσε να ηρεμήσει με το ατελείωτο γέλιο του αλόγου. Πάει λοιπόν ο ίδιος άνθρωπός πού είχε κάνει το άλογο να γελάει και λέει πάλι στον ιδιοκτήτη να βγει και να μπει σε 5 λεπτά. Το κάνει λοιπόν ο ιδιοκτήτης και μπαίνοντας μέσα βλέπει το άλογο να έχει πλαντάξει στο κλάμα. Έκπληκτος ο ιδιοκτήτης γυρνάει στον άλλο και τον ρωτάει πως το έκανε. Του λέει και αυτός με τη σειρά του:
- "Θυμάσαι την πρώτη φορά που του είχα πει ότι την έχω μεγαλύτερη;"
- "Ναι," λέει ο ιδιοκτήτης.
- "Ε, τώρα του την έδειξα!"
Κάποτε ήταν ένας πάμπλουτος εισοδηματίας καί στήν άκρη τής πόλης διατηρούσε μιά βίλλα μέ τεράστια πισίνα όπου μέσα της κολυμπούσαν τέσσερις καρχαρίες.
Κάποια μέρα γιά νά διώξει τhν ανία του βγάζει μιά ανακοίνωση στήν πόλη του η οποία λέει πώς τήν προσεχή Κυριακή θά διεξαχθεί ένας διαγωνισμός στήν πισίνα του. Δηλ. όποιος μπορέσει νά βουτήξει μέσα στήν πισίνα καί νά βγεί σώος απέναντι, τό έπαθλο θά είναι: 40 γυναίκες, 10 καράβια και ένας πούστης.
Μαζεύτηκε τήν προκαθορισμένη ώρα κόσμος, αλλά κανείς δέν τολμούσε νά βουτήξει καθώς έβλεπε τούς καρχαρίες νά κόβουν βόλτες. Κάποια στιγμή βλέπουν έναν νά βουτάει μέσα καί μέ φοβερές προσπάθειες νά φθάνει στήν απέναντι όχθη, ενώ ένας από τούς καρχαρίες πού τόν κυνηγούσαν κόντεψε να τον πιάσει στα σαγόνια του. Μαζεύτηκε αμέσως ο κόσμος καί τόν σήκωσε στά χέρια γιά τήν τόλμη του. Αυτός μέ τό πού βγήκε έξω άρχισε νά φωνάζει:
- Φέρτε μου τόν πούστη, φέρτε μου τόν πούστη.
Πλησιάζει τότε ο εισοδηματίας καί αφού τόν συγχαίρει τού λέει:
- Θά τόν πάρεις τόν πούστη,αλλά έχεις νά πάρεις 40 γυναίκες καί 10 καράβια.
- Δέν τά θέλω αυτά! Φέρτε μου τόν πούστη!
Τότε πάει ο πλούσιος καί τού φέρνει τον πούστη. Μόλις τόν βλέπει αυτός αρχίζει πάλι νά ωρύεται καί νά ουρλιάζει:
- Όχι αυτόν, ρε! Τον πούστη πού με πέταξε μέσα!
Ένας αγρότης είχε ένα πολύ μεγάλο αγρόκτημα με μια ωραία λίμνη στο πίσω μέρος του.
Μια μοναχική βραδιά αποφάσισε να πάει μια βόλτα μέχρι την λίμνη.
Καθώς πλησίαζε, κάνοντας το τρίτο τσιγάρο, άκουσε φωνές και γέλια.
Όταν έφτασε είδε πολλά γυμνά νεαρά κορίτσια να παίζουν μέσα στα νερά.
Μόλις όμως κατάλαβαν την παρουσία του, πήγαν στα βαθιά για να μην φαίνονται.
Ένα από τα κορίτσια του φώναξε:
"Δεν πρόκειται να βγούμε αν δεν φύγεις".
Και απαντάει κι αυτός:
"Ναι σιγά μην ήρθα για να σας δω να κολυμπάτε γυμνές.
Απλά εγώ ήρθα, για να ταΐσω τον ... κροκόδειλο."
Μια μέρα η μητέρα της έπρεπε να φύγει απο το σπίτι, και της έδωσε μια συμβουλή "παιδί μου τώρα που θα φύγω πρόσεχε μην ανοίξεις στον κακό το λύκο και σε φάει, γι αυτό θα βάλουμε ένα σύνθημα για να αναγνωρίσεις ότι είμαι εγώ και να μου ανοίξεις.
Το σύνθημα θα είναι:
"Είμαι η μαμά της κατσικούλας και τραβάω τα βυζιά μου".
Μόλις έφυγε η μαμά της κατσικούλας ήρθε ο κακός ο λύκος και χτύπησε την πόρτα.
- "Ανοιξε κατσικούλα είμαι η μητέρα σου", είπε ο λύκος.
Η κατσικούλα απάντησε:
- "Δεν είσαι η μητέρα μου γιατί η φωνή της είναι πολύ λεπτή."
Ο λύκος αφού ήρθε αρκετές φορές και χτύπησε την πόρτα της κατσικούλας και αυτή δεν του άνοιγε σκέφτηκε να παραφυλάξει ώστε όταν έρθει η μητέρα της να δει τη θα πει για να της ανοίξει. Ήρθε η μητέρα της είπε το γνωστό σύνθημα και μπήκε μέσα. Ο λύκος το άκουσε και την επόμενη μέρα αφού λίμαρε τη γλώσσα του για να γίνει πιο λεπτή η φωνή του. Έτσι πήγε στο σπίτι της κατσικούλας χτύπησε την πόρτα και είπε:
- "Είμαι η μαμά της κατσικούλας και τραβάω τα βυζιά μου."
Η κατσικούλα απάντησε:
- "Ρε δεν τραβάς και τ` αρχίδια σου; Βάλαμε ματάκι."