φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν 2 πούστηδες μέσα σε ένα αεροπλάνο που πέταγε νύχτα. Αφού περνάει λίγη ώρα πτήσης, ο ένας πούστης λέει στον άλλον:
- Έλα να το κάνουμε!
Ο άλλος, πιο ντροπαλός, απαντάει:
- Μα είμαστε μέσα σε αεροπλάνο και θα μας δούνε, άσε που ντρέπομαι κιόλας.
Ο άλλος προσπαθώντας να τον πείσει του λέει:
- Θα πάς και θα ζητήσεις από κάθε επιβάτη μια τσίχλα και αν δεν απαντήσει κανείς σημαίνει ότι κοιμούνται όλοι και θα το κάνουμε!
Έτσι κι έγινε. Πάει ο άλλος και ζητάει τσίχλα αλλά κανείς δεν ανταποκρίνεται και έτσι το κάνανε! Μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο, όπως συνηθίζεται, η αεροσυνοδός ρωτάει τους επιβάτες πως ήταν η πτήση. Όταν έφτασε η σειρά των πούστηδων, αυτοί απάντησαν κατενθουσιασμένοι πως ήταν υπέροχα!
Όταν στο τέλος ρώτησαν έναν παππούλη, που καθόταν στην τελευταία θέση, εκείνος απάντησε:
- Ωραία ήταν αλλά με πόναγε λίγο το κεφάλι μου.
Η αεροσυνοδός απάντησε:
- Γιατί παππού δεν ζήτησες μια ασπιρίνη; Όλο και κάποιος επιβάτης θα είχε.
Και ο παππούς με περίεργο ύφος απαντάει:
- Τι λες κορίτσι μου, εδώ ο άλλος μια τσίχλα ζήτησε και τον γαμήσανε, εγώ ασπιρίνη θα ζητήσω;
Πεθαίνει ένας τυπάκος και πάει καρφί κόλαση, και παρουσιάζεται στον Διάβολο:
- Ρε συ, πολύ σκυθρωπός φαίνεσαι, λέει ευχάριστα ο Διάβολος.
- Ε, όσο να είναι κόλαση, ξέρω και τις φήμες, λέει ο τυπάκος εμβρόντητος. Μετανιώνω για όσα έκανα για να καταλήξω εδώ...
- Ίσως να μην είναι και τόσο άσχημα όσο νομίζεις... Να σου πω, καπνίζεις;
- Ε, κάνα πακετάκι την ημέρα, το κάπνιζα...
- Τις Δευτέρες έχουμε μέρα καπνίσματος με τα καλύτερα τσιγάρα, από όλο τον κόσμο, και για καρκίνο τι να φοβηθείς; Ήδη νεκρός είσαι!
Ο τύπος ανακουφίζεται λίγο.
- Πίνεις; ξαναρωτά ο Διάβολος.
- Ε, κάνα ουισκάκι πάντα το χτύπαγα κάτω.
- Τις Τρίτες είναι μέρα ποτού, με τα καλύτερα και ποιο ακριβά
Ποτά του κόσμου. Για συκώτια μη φοβάσαι, νεκρός είσαι...
Ο τύπος παίρνει λίγο τα πάνω του πλέον!
- Τζογάρεις;
- Για να είμαι ειλικρινής, μετανιώνω που άφησα την οικογένεια μου στο δρόμο, εξαιτίας του πάθους μου για το καζίνο, αλλά ναι τζογάριζα...
- Τετάρτες στρώνουμε χαρτάκι και όσοι 8ελουν μπαρμπουτάκι - και να χρεοκοπήσεις στα @@@ σου...
Ο τύπος τώρα μέσα του λεει:
"Ρε δεν είναι κι άσχημα, καλά που ήρθα εδώ"...
- Κανά τσιγαριλίκι έκανες; Πες αλήθεια.
- Ναι, έπινα κανένα που και που...
- Πέμπτες ημέρα ναρκωτικών, οι καλύτερες κόκες από Κολομβία, τα πάντα... Και να εθιστεις τι σε νοιάζει. Νεκρός είσαι.
Ο τύπος πλέον είναι με χαμόγελο πλατύ και στα όρια της ευτυχίας...
Ο διάβολος σκύβει προς το μέρος του και τον ρωτά:
- Να σου πω, μεταξύ μας, τον έπαιρνες που και που από πίσω;
- Α, σατανά μου, όλες τις αμαρτίες έχω κάνει, αλλά αυτό ΠΟΤΕ.
- Χμμμ... τότε οι Παρασκευές θα είναι ζόρικες...
Πάνω στα βουνά στη στάνη του ήταν αποκλεισμένος για 2 μήνες ο Μήτσος.
Είχε να πάει για πάρα πολύ καιρό με γυναίκες και αποφάσισε να πηδάει κάθε μέρα και από μια προβατίνα του.
Έτσι και έκανε κάθε μέρα και από μία, ο καιρός περνούσε και τις είχε πηδήξει όλες. To μόνο που δεν είχε πηδήξει ήταν το κριάρι αλλά δεν ήταν και εύκολος αντίπαλος.
Το κυνηγούσε από το πρωί ως το βράδυ. Ώσπου μια ημέρα ο Μήτσος κατέβασε τα παντελόνια του και πλησιάζοντας σιγά-σιγά το κριάρι από πίσω, την ώρα που αυτό έτρωγε, αρπάζοντας το από τα κέρατα του την έχωσε. Το κριάρι άρχισε να τρέχει αλαφιασμένο αλλά ο Μήτσος το κρατούσε γερά από τα κέρατα.
Αρχίσανε να περνάνε λόφους, ποτάμια, γκρεμούς κάποια στιγμή φτάνουν στο χωριό του το διασχίζουν όλο και βγαίνοντας από το χωριό τον βλέπουν δύο γριούλες. Και λέει η μία στην άλλη:
- Κοίτα να δεις το Μήτσο! Βρακί δεν έχει να βάλει στον κώλο του, η μοτοσικλέτα τον μάρανε!
Τέσσερις γυναίκες, μια ξανθιά και τρεις μελαχρινές πέθαναν και πήγαν στον παράδεισο. Πριν μπουν μέσα ρωτάει ο Αγιος-Πέτρος μια απ΄ τις μελαχρινές:
- Μήπως όσο ήσουν ζωντανή έπιασες πέος;
- Για να είμαι ειλικρινής, Αγιε Πέτρο μου, απαντάει εκείνη, ακούμπησα έναν λίγο.
- Βλέπεις εκείνη τη στέρνα; της λέει εκείνος. Πήγαινε γρήγορα πλύνε καλά το χέρι σου και μπες στον παράδεισο.
Ύστερα ρωτάει την επόμενη μελαχρινή:
- Εσύ μήπως έπιασες πέος;
- Αγιε μου, εδώ που φτάσαμε είναι κρίμα να σας πω ψέματα. Έπιασα και με τα δυο μου τα χέρια και μάλιστα πολλές φορές.
- Ντροπή σου ξετσίπωτη, της λέει εκείνος. Πήγαινε στη στέρνα, τρίψε γερά τα χέρια σου και μετά μπες στον Παράδεισο.
Πηγαίνει να ρωτήσει την τελευταία μελαχρινή, αλλά πετιέται έξαλλη η ξανθιά και λέει:
- Δεν πιστεύω, Αγιε μου, να με βάλεις να πλύνω το στόμα μου εκεί που θα έχει πλύνει πρώτα αυτή τον κώλο της;
- Φίλε μου, αδερφέ μου, θέλω μόνο μια χάρη από σένα.
- Τί θες να κάνω;
- Θέλω να πας στον παπά και να τον καθυστερήσεις να πάει στο σπίτι του.
- Γιατί ρε φίλε; Τί τρέχει;
- Να, ξέρεις... Έχω σχέση με την παπαδιά και σκέφτηκα μήπως μπορείς να με βοηθήσεις.
- Εγώ τέτοια πράγματα δε κάνω και να μου κάνεις τη χάρη!
Με τα πολλά όμως, ο φίλος πείθεται και πάει στην εκκλησία να καθυστερήσει τον παπά. Τον πετυχαίνει την ώρα που ο παπάς κλείδωνε την πόρτα της εκκλησίας.
- Πάτερ!
- Τί είναι τέκνο μου; Τί σου συμβαίνει;
- Παπά, θέλω να εξομολογηθώ.
- Τέτοια ωρα βρήκες να έρθεις; Έλα αύριο να κάνουμε το μυστήριο.
- Όχι παπά μου, εγώ τώρα νοιώθω την ανάγκη να το κάνω.
Τί να κάνει ο παπάς, άνοιξε την εκκλησία.
- Λοιπόν σε ακούω, του λέει, αφού έβαλε το πετραχήλι. Μα κάπου σε ξέρω. Μήπως είσαι ο γιος του φίλου μου του Σταμάτη από το διπλανό χωριό;
- Ναι.
- Βρε, τί κάνουν οι δικοί σου;
- Καλά είναι πάτερ. Με την κουβέντα βγήκαν μακροσυγγενείς, υποστήριζαν και την ίδια ομάδα, ψήφιζαν και το ίδιο κόμμα.
- Για πες μου λοιπόν, τί θες να ομολογήσεις;
- Παπά, δεν μπορώ να σου πω ψέματα. Ο φίλος μου τα έχει με την παπαδιά και με έβαλε να σε καθυστερήσω για να πάει να την βρει. Τρελάθηκε ο παπάς, άφρισε, άρχισε να φέρνει βόλτα την εκκλησιά μουρμουρώντας. Στο τέλος, ηρεμεί λίγο, και γυρνά πάλι στον χωριανό και του λέει:
- Βρε βλάκα, είσαι παντρεμένος;
- Ναι παπά μου, λέει αυτός.
- Τράβα, βρε ηλίθιε, γρήγορα σπίτι σου, γιατί η παπαδιά έχει πεθάνει εδώ και χρόνια!
Καθόταν στο παγκάκι ένας γεράκος σκυφτός και στεναχωρημένος. Στο ίδιο παγκάκι καθότανε και ο Ιησούς που φαινόταν το ίδιο στεναχωρημένος. Κοιτάζει δίπλα του και βλέπει τον γεράκο:
- Τι έχεις εσύ και είσαι 4, τον ρωτάει ο Ιησούς.
- Τι να έχω παιδάκι μου, έχω χάσει εδώ και καιρό τον γιο μου και είμαι πολύ 4. Εσύ γιατί φαίνεσαι σκεφτικός;
- Γιατί εγώ έχω χάσει τον πατέρα μου εδώ και καιρό, εσύ από που είσαι και τι δουλειά κάνεις;
- Από αυτά τα μέρη είμαι και είμαι ξυλουργός.
- Ξυλουργός; Και ο γιος σου πόσο χρονών είναι;
- Εεε δεν θα είναι 30
Ο Ιησούς ταράζεται. Αυτός ο άνθρωπος μάλλον είναι ο πατέρας του ο Ιωσήφ. Η χαρά του είναι απίστευτη.
- Και εγώ είμαι 30 4 και ο πατέρας μου είναι ξυλουργός... απίστευτο πατέρα...
- Δεν το πιστεύω... Έλα στην αγκαλιά μου Πινόκιο!...