φρέσκα ανέκδοτα

Ο κυρ-Κώστας και η κυρα-Φρόσω είναι παντρεμένοι για 50 χρόνια και έχουν περάσει τα 70.
Όλη του τη ζωή ο κυρ-Κώστας ονειρευόταν ένα ζευγάρι παπούτσια απο δέρμα κροκοδείλου και αποφάσισε ότι ήρθε επιτέλους η στιγμή να τα πάρει.
Μπαίνει λοιπόν στο σπίτι του με τα καινούργια του παπούτσια και ρωτάει τη γυναίκα του.
- Λοιπόν γυναίκα, βλέπεις κάτι το διαφορετικό επάνω μου;
- Τι το διαφορετικό μπορεί να έχεις Κώστα μου; Φοράς το ίδιο πουκάμισο όπως πάντα και το ίδιο παντελόνι όπως πάντα...
Ο κυρ-Κώστας δεν το βάζει κάτω. Πάει στο υπνοδωμάτιο , βγάζει όλα του τα ρούχα, εκτός απο τα παπούτσια και τσίτσιδος επανέρχεται.
- Τώρα , βλέπεις κάτι διαφορετικό επάνω μου; την ξαναρωτά.
- Τι το διαφορετικό Κώστα μου; Κρέμεται προς τα ... Κάτω όπως πάντα, του απαντά.
Προσβεβλημένος ο κυρ-Κώστας βάζει τις φωνές!
- Ακριβώς! Και ξέρεις γιατί κρέμεται προς τα κάτω; Γιατί κοιτάζει τα καινούργια μου παπούτσια!
- Ε, τότε καλύτερα να αγόραζες καινούργιο καπέλο!
Για το μοναστήρι και μη έχοντας άλλη επιλογή κάνει ωτοστόπ.
Σταματάει μια πολυτελής Mercedes κι ακούγεται από μέσα μια γυναικεία φωνή:
- Για το μοναστήρι, αδελφή, έμπα να σε πάω, με βγάζει ο δρόμος μου.
Μπαίνει, λοιπόν και βλέπει μια πανέμορφη ξανθιά, ωραία ντυμένη, με ακριβά
Κοσμήματα και όλα τα συναφή. Περίεργη καθώς ήταν η καλόγρια τη ρωτάει:
- Δεσποινίς μου, υποθέτω ότι αυτό το ωραίο μεταξωτό φόρεμα που φοράτε θα σας
Κόστισε ακριβούτσικα.
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Η καλόγρια βουβάθηκε και κάνει να γυρίσει από την άλλη και να σου βλέπει μια φανταστική γούνα.
- Αυτή η γούνα δεσποινίς μου, θα σας κόστισε, φαντάζομαι.
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Ενώ είχε ήδη νυχτώσει για τα καλά, έφθασαν στο μοναστήρι. Πριν κατέβει, η καλόγρια κάνει άλλη μια ερώτηση:
- Δεσποινίς μου, συγχωρήστε με άλλη μια φορά για την αδιακρισία μου αλλά θα είχα την περιέργεια να μάθω αν αυτή η Mercedes σας κόστισε πολύ;
- Μπα, ίσα-ίσα μια εβδομάδα ερωτικών βραδιών.
Η καλόγρια ευχαρίστησε την ευγενική κοπέλα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Μπαίνει μέσα στο μοναστήρι και πάει και κλείνεται στο κελί της.
Κάποια στιγμή ακούει να της χτυπάν την πόρτα.
- Ποιος είναι;
- Ανοιξε , αδελφή Μαρία, ο πατήρ Ευάγγελος είμαι.
Και απαντάει η καλόγρια:
- Πατήρ Ευάγγελε δεν πας στο διάολο κι εσύ και οι καραμελίτσες σου με γεύση μέντας;
Ένας βλάχος ενώ κυκλοφορούσε κοντά σε ένα σχολείο στην Αθήνα, άκουσε τον δάσκαλο να λέει στους μαθητές:
- Μάθετε ρε μοσχάρια γράμματα για να γίνετε άνθρωποι!
Τρελάθηκε ο βλάχος. Δεν το ήξερα λέει ότι όταν μάθουν τα μοσχάρια γράμματα γίνονται άνθρωποι...
Μια και δυο πηγαίνει στο χωριό του και αφού παίρνει ένα μοσχάρι από το κτήμα του, γυρνάει στο σχολείο. Πηγαίνει στον επιστάτη και του λέει ότι θέλει να αφήσει το μοσχαράκι του να μάθει γράμματα για να γίνει άνθρωπος και πότε πρέπει να έρθει να το πάρει.
Ο επιστάτης πονηρά σκεπτόμενος του λέει να έρθει σε τρία χρόνια να το πάρει.
Πραγματικά ο βλάχος μετά από τρία χρόνια, συνεπής στο ραντεβού του, πάει στο σχολείο. Συναντάει ένα καινούργιο επιστάτη και τον ρωτάει για την τύχη του μόσχου του.
- Παρακαλώ ήρθα να πάρω τον μόσχο μου.
(Συμπτωματικά τον διευθυντή του σχολείου τον έλεγαν Μόσχο)
- Τον Κ. Μόσχο; ρωτάει ο επιστάτης.
- Όοπα! Κύριος; το μοσχαράκι μου;
- Δεν σας καταλαβαίνω του λέει ο επιστάτης, αλλά αν θέλετε τον Κύριο Μόσχο περάστε στην τρίτη πόρτα δεξιά.
Πηγαίνει λοιπόν ο βλάχος μας συγκινημένος και βλέπει ένα κουστουμαρισμένο και κομψό κύριο.
- Μοσχαράκι μου! του λέει, τι κάνεις; με θυμάσαι;
- Σας παρακαλώ κύριε... του λέει ο διευθυντής.
- Μοσχαράκι μου δεν με θυμάσαι που σε έφερα από το χωριό, έμαθες γράμματα και έγινες άνθρωπος, σε μένα το χρωστάς.
- Περάστε έξω κύριε αλλιώς θα φωνάξω την αστυνομία.
Εξωργισμένος ο βλάχος φεύγει και σε μια εβδομάδα επιστρέφει με μια αγελάδα στο σχολείο.
Νευριασμένος ανοίγει την πόρτα του διευθυντή κρατώντας τον από τα πετά και δείχνοντας του την αγελάδα του λέει:
- Καλά ρε πούστη, εμένα δεν με θυμάσαι, την μάνα σου ρε δεν την θυμάσαι;
Δύο άφραγκοι, μπατήρια τελείως κάποια στιγμή επαναστατούν.
Όχι ρε λέει ο ένας στον άλλο, αυτό είναι άδικο. Να στερούμαστε τα πάντα το καταλαβαίνω αλλά και το φαγητό πάει πολύ. Κάτι πρέπει να βρούμε να τρώμε τουλάχιστον... Κάπως έτσι τους ήρθε η ιδέα. Μαζεύουν λοιπόν ό, τι φραγκοδίφραγκα είχαν και αγοράζουν ένα λουκάνικο. Το σχέδιο ήταν να πηγαίνουν σε κάποιο μαγαζί και αφού φάνε καλά να πέφτει ο ένας στα γόνατα να βγάζει το λουκάνικο από το παντελόνι του άλλου και προσποιούμενος πως είναι το όργανο του να ξεκινάει π**α. Έτσι τα γκαρσόνια έξαλα θα τους πέταγαν έξω με τις κλωτσιές. Το σχέδιο τίθεται σε εφαρμογή με μεγαλύτερη επιτυχία απ ότι περίμενε ο εμπνευστής του. Έτρωγαν στα πιο κυριλέ εστιατόρια και πάντα λίγο πριν το λογαριασμό τους πέταγαν έξω κλωτσοπατινάδα, αλλά πάντα χορτάτους. Πέρασαν έτσι κάποιες εβδομάδες και είχαν αρχίσει να παίρνουν τα πάνω τους για τα καλά. Μετά από ένα ανάλογο εγχείρημα είχαν αράξει κάτω από ένα δέντρο και τότε έρχεται η ώρα της εξομολόγησης. Ξέρεις να, δεν ξέρω πως να το πω, αλλά έτσι που γλείφω το λουκάνικο, έτσι που είναι ζουμερό-ζουμερό, ζεστό-ζεστό μου ρχεται να το φάω στην πραγματικότητα. Ντρέπομαι που στο λέω αλλά...- Κόψε τα κουφά και σταμάτα τις μαλακίες, του λέει κοφτά ο άλλος και πρόσεχε γιατί το λουκάνικο πεινούσα και το έφαγα από την πρώτη μέρα...
Το σπίτι του μικρού Θωμά είναι γεμάτο με συγγενείς, που έχουν έρθει για τη γιορτή του μπαμπά.
Εκεί που τρώνε και κουβεντιάζουν ο παππούς παρατηρεί ότι ο Θωμάς έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για τη συζήτηση. Βγάζει λοιπόν απ το πορτοφόλι του ένα πεντοχίλιαρο κι ένα δεκαχίλιαρο και λέει στο μικρό Θωμά να διαλέξει ένα. και να το κρατήσει. Ο μικρός διαλέγει το πεντοχίλιαρο και ο παππούς, απορημένος απ την κακή επιλογή του εγγονού του, βγάζει άλλο ένα πεντοχίλιαρο απ το πορτοφόλι του και το ακουμπάει πάνω στο τραπέζι. Πάλι ο μικρός Θωμάς διαλέγει το πεντοχίλιαρο και αγνοεί το δεκαχίλιαρο.
Η σκηνή επαναλαμβάνεται κάμποσες φορές. Μετά ο παππούς τον πάει σ έναν απ τους θείους και του λέει πόσο βλαξ είναι ο μικρός Θωμάς, που πάντα διαλέγει το πεντοχίλιαρο και κάνει και μια επίδειξη, αλλά πάλι ο Θωμάς διαλέγει το μικρότερο χαρτονόμισμα. Συνεχίζει και κάνει το γύρω του τραπεζιού, δείχνοντας σε όλους την
Προτίμηση του εγγονού του στα πεντοχίλιαρα. Τελικά φτάνουν και στον πατέρα του Θωμά..
Ο πατέρας, πιασμένος σε μια συζήτηση μ ένα απ τ αδέλφια του, δε δίνει και μεγάλη σημασία.
Όταν τα φαγητό τελείωσε, παίρνει ο πατέρας το γιο του παράμερα και τον ρωτάει αν ξέρει τη διαφορά ανάμεσα σ ένα πεντοχίλιαρο κι ένα δεκαχίλιαρο.
- Φυσικά και την ξέρω, απαντάει ο μικρός Θωμάς.
- Τότε γιατί διαλέγεις πάντα το πεντοχίλιαρο; ρωτάει απορημένος ο πατέρας.
- Μήπως νομίζεις ότι, αν είχα διαλέξει το δεκαχίλιαρο, ο παππούς θα επαναλάμβανε το ίδιο πράμα 15 φορές; αποκρίνεται ο μικρός Θωμάς.
Ένας πηγαίνει σε έναν οίκο ανοχής. Η κυρία στη ρεσεψιόν τον ενημερώνει για τις τιμές ανάλογα με τις απαιτήσεις των κυρίων. Αυτός όμως δεν έχει πάνω του πάνω από 10.000 δρχ.
"10.000 δρχ. κάνει το "πιγκουινάτο" του λέει η κυρία.
Συμφωνεί ο κύριος και ανεβαίνει στο δωμάτιο που τον έστειλε η κυρία.
Μπαίνει μέσα και βλέπει πάνω στο κρεβάτι ένα πολύ όμορφο κορίτσι, με ένα φοβερό σώμα και ένα καταπληκτικό πρόσωπο.
Τη πλησιάζει και αρχίζουν τα προκαταρκτικά.
Σε λίγη ώρα, και αφού ο κύριος έχει ανάψει για τα καλά, γδύνει τη κοπέλα και ξεκουμπώνει και εκείνος το πουκάμισό του και το βγάζει. Συνεχίζουν τα προκαταρκτικά με τη κούκλα και μη αντέχοντας άλλο ξεκουμπώνει τη ζώνη του παντελονιού του, το φερμουάρ και το κατεβάζει. Πριν προλάβει να το βγάλει η κοπέλα σηκώνεται, ανοίγει τη πόρτα, βγαίνει από το δωμάτιο και εξαφανίζεται.
Και εκείνος με κατεβασμένο το παντελόνι μέχρι τους αστραγάλους προσπαθεί να τρέξει πίσω της να την προλάβει...