φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν ο James, περίφημος Άγγλος κυνηγός. Μια μέρα πάει στο δάσος για να κυνηγήσει αρκούδες. Βρίσκει μια μικρή αρκούδα. Μπαμ, την σκοτώνει.
Πλησιάζει να σιγουρευτεί ότι την σκότωσε και τότε νιώθει ένα χέρι να τον ακουμπά στον ώμο του.
Γυρνάει πίσω του και βλέπει μια μεγαλύτερη αρκούδα να του λέει:
- James, δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό. Έχεις 2 επιλογές: ή θα σε σκοτώσω ή. θα σε γ#μήσω! Έτσι ο James προτιμάει την ζωή από τον θάνατο!
Για μια βδομάδα ήταν στο κρεβάτι από τον πόνο.
Μόλις γίνεται καλά παίρνει πάλι τα βουνά ζητώντας εκδίκηση. Βρίσκει την αρκούδα και μπαμ την σκοτώνει. Το ίδιο σκηνικό.
Μία ακόμα μεγαλύτερη αρκούδα αυτήν την φορά του κάνει την ίδια πρόταση.
Ο James μην έχοντας άλλη επιλογή προτιμά ξανά την ζωή από τον θάνατο!
Αυτή την φορά χρειάστηκαν δύο βδομάδες για να αναρρώσει.
Τέλος πάντων, το ίδιο σενάριο συνέβαινε κάθε φορά που ο James, πεισμωμένος, έπαιρνε τα βουνά ζητώντας εκδίκηση.
Ώσπου ο James πήγε στο βουνό ψάχνοντας για την τελευταία και πιο μεγάλη, φυσικά, αρκούδα.
Ψάχνει για μέρες, παραφυλάει και τελικά την βρίσκει.
Μπαμ, την σκοτώνει!
Πλησιάζοντας για να θαυμάσει τον θρίαμβό του. Νιώθει ένα χέρι να τον σκουντάει στον ώμο.
Γυρνάει σαστισμένος και βλέπει μία τεράστια, πολική αυτήν τη φορά, αρκούδα η οποία του λέει:
- James, παραδέξου το. Δεν έρχεσαι για κυνήγι στο δάσος!
Κατεβαίνει μια μέρα ένας Βλάχος στην Αθήνα και μπαίνει μέσα σ` ένα φαρμακείο. Αφού περίμενε στην ουρά για αρκετή ώρα, κάποια στιγμή πλησιάζει την υπάλληλο και της λέει:
- "Θέλω λίγη βαζελίνη για τον πο**σο μου."
- "Τίίί; Δε ντρέπεσαι;", του φωνάζει η υπάλληλος, "τι πράγματα είναι αυτά;". Φωνές, κακό, ο κόσμος κοίταγε... Κατεβαίνει και ο φαρμακοποιός απ` το πατάρι, ακούγοντας τις φωνές, και ρωτάει τι συμβαίνει. Του εξηγεί η υπάλληλος το τι έχει συμβεί, οπότε πιάνει τον βλάχο, ο φαρμακοποιός και του λέει:
- "Αυτά τα πράγματα δεν τα λένε έτσι ωμά."
- "Και πως να το πω;", λέει ο Βλάχος. - "Θα πεις: θέλω λίγην λεπτήν ουσίαν δια λεπτήν χρήσην!"
- "Και θα καταλάβει η υπάλληλος;", απαντά ο Βλάχος. - "Βεβαίως!", του λέει ο φαρμακοποιός, "γι` αυτό είναι εκπαιδευμένη." Πάει λοιπόν πάλι ο Βλάχος στη κοπέλα και της λέει:
- "Θέλω λίγη λεπτήν ουσίαν δια λεπτήν χρήσην."
- "Βεβαίως κύριε, πόσο να σας βάλω;" O Βλάχος σκέφτεται λίγο και απαντάει:
- "Βάλε για καμιά δεκαριά γαμ**ια!"
Μια γυναίκα, έγκυος με τρίδυμα περπατάει στο δρόμο. Τη συναντάει ένας μασκοφόρος
Κακοποιός και την πυροβολεί τρεις φορές στην κοιλιά. Ευτυχώς τα έμβρυα δεν πάθανε
Τίποτα και ο γιατρός στο νοσοκομείο αποφάσισε να μην τη χειρουργήσει, γιατί θα ήταν
Επικίνδυνο και οι σφαίρες μείνανε μέσα.
Μετά από 16 χρόνια, μπαίνει η μια κόρη στο δωμάτιο της μαμάς και λέει:
- Μαμά, εκεί που κατούραγα, μια σφαίρα έπεσε από μέσα μου.
Η μαμά της εξηγεί τι είχε γίνει όταν ήταν έγκυος και της λέει να μην ανησυχεί.
Μετά από καμιά βδομάδα μπαίνει η άλλη κόρη και, με δάκρυα στα μάτια, λέει τα ίδια. Η
Μαμά λέει πάλι την ιστορία και της λέει να μην ανησυχεί.
Μετά από λίγες μέρες, μπαίνει στο δωμάτιο της μαμάς ο γιος, εντελώς σοκαρισμένος και
Η μαμά, που το περίμενε κι αυτό, του λέει:
- Ξέρω, ξέρω, εκεί που κατούραγες, έπεσε μια σφαίρα.
- Όχι λέει αυτός. Εκεί που μαλακιζόμουνα, πυροβόλησα το σκύλο
Ήρθε μια φορά ο Αμερικανικός στόλος στο λιμάνι του Πειραιά. Οι ναύτες είχαν μήνες να πηδήξουν και επειδή ο καπετάνιος ήταν μισογύνης αποφάσισαν να πιάσουν έναν περαστικό άντρα και να τον γαμήσουν. Για να μην ακούγονται όμως οι φωνές του θα πατούσαν την σειρήνα του πλοίου.
Ένας κακόμοιρος χωρικός έβγαινε από ένα καραβάκι και τότε οι ναύτες τον έπιασαν, τον έβαλαν μέσα στο πλοίο και το γαμήσι άρχισε. Τον πήραν όλοι από πίσω, από τα αυτιά και από οπουδήποτε αλλού μπορούσαν. Συγχρόνως, οι σειρήνες του πλοίου ηχούσαν. Μετά από αυτή την τραγική εμπειρία κατατρομαγμένος ο χωρικός μπήκε στο πλοίο και έφυγε κατευθείαν για το χωριό.
Μετά από 20 χρόνια αναγκάστηκε να ξαναπάει στην πρωτεύουσα για δουλειές. Καθώς λοιπόν κατέβαινε από το καράβι άκουσε τις σειρήνες ενός πλοίου και τρέχοντας έντρομος πάνω-κάτω στο λιμάνι φώναζε:
- "Ναύτες γαμάνε χωρικοοοό, ναύτες γαμάνε χωρικοοοό..."
Πάει μια ξανθία σε ένα μαγαζί και λέει:
"Πόσο κάνει αυτή η τηλεόραση;"
Και ο καταστηματάρχης:
"Κυρία μου δεν πουλάμε πράγματα σε ξανθιές"
Πάει την επόμενη φορά η ξανθία με μία κόκκινη περούκα και ξανακάνει την ίδια ερώτηση και ο καταστηματάρχης
"Κυρία μου δεν πουλάμε σε ξανθιες"!
Ξαναπάει η ξανθία με μία μαυρή περούκα ρωτάει την ίδια ερώτηση και ο καταστηματάρχης
"Κυρία μου δεν πουλάμε σε ξανθιές"
Και του λέει η ξανθία:
"Πώς καταλαβαίνετε ότι είμαι ξανθιά;"
Και ο καταστηματάχης:
"Μα κυρία μου αύτο που ζητάτε δεν είναι τηλεόραση αλλά φούρνος μικροκυμάτων"
Mία ξανθιά παίρνει τηλέφωνο κλαίγοντας τον άνδρα της στο γραφείο.
- Γιατί κλαις γλυκιά μου;
- Να, προσπαθώ να φτιάξω ένα παζλ αλλά... δεν τα καταφέρνω. Όλα τα κομμάτια φαίνονται ίδια.
- Τι παζλ;
- Να... είναι ένας κόκορας πάνω σε ένα κουτί, αλλά δεν μπορώ να το φτιάξω..
- Έλα ηρέμησε... όταν γυρίσω θα το φτιάξουμε μαζί εντάξει;
Γυρνάει λοιπόν ο τύπος στο σπίτι του και βλέπει την γυναίκα του να σπαράζειστο κλάμα, στο πάτωμα. Την πλησιάζει και της λέει:
- Έλα... σήκω και μην κλαις. Άκου τι θα κάνουμε... Θα βάλουμε τα corn flakes πάλι μέσα στο κουτί και δεν θα το πούμε πουθενά...
Πεθαίνουν δύο άνδρες και πάνε στον Ουρανό. Εκεί ο Αγιος Πέτρος τους λέει ότι πρέπει να περάσουν από ένα δωμάτιο για να προετοιμαστούν και μετά θα περάσουν στον Παράδεισο.
Μπαίνει στο δωμάτιο ο ένας πρώτος και ακούγεται:
- "Ααααααου!"
- "Μα τι του κάνουν;" λέει ο πανικοβλημένος τύπος που είναι έξω.
- "Α", λέει ο Αγιος Πέτρος, "έγινε άγγελος και κάνουμε τρύπες για το φωτοστέφανο..."
Μετά από λίγο ακούγεται από μέσα:
- "Αααααχ! Μανούλα μουουυυυυ!"
- "Τώρα τί του κάνουν;"
- "Α, του ανοίγουν μία τρύπα στην πλάτη για να βάλουν το πρώτο φτερό".
Μετά από λίγο ακούγεται πάλι:
- "Θεούλη μουυυυυυυυ!"
- "Τώρα;" ρωτάει πάλι ο άνθρωπος έξω.
- "Τώρα του ανοίγουν μία τρύπα για το δεύτερο φτερό".
- "Αααα, εγώ δεν μπαίνω εκεί μέσα! Προτιμώ να πάω στην κόλαση!"
- "Μα, θα σε γαμ... Ουν εκεί!" λέει ο Αγιος Πέτρος.
- "Ναι, αλλά τουλάχιστον έχω την τρύπα έτοιμη!"
Ένα υπερπολυτελές κρουαζιερόπλοιο, καθώς διαπλέει την Καραϊβική, περνά μπροστά από ένα έρημο νησάκι. Σε μια παραλία του νησιού ξαφνικά εμφανίζεται ένας ταλαιπωρημένος, κουρελιασμένος ναυαγός, ο οποίος κουνάει δυνατά τα σηκωμένα χέρια του, ανάβει φωτιές και κάνει σήματα καπνού, φωνάζει και κάνει ο,τιδήποτε δυνατό για να κινήσει την προσοχή επάνω του.
Κάποιος από τους επιβάτες που τον είδε ρωτάει ένα μέλος του πληρώματος:
- Τί έπαθε αυτός;
- Αααα αυτός; Πάντα έτσι χαίρεται όταν περνάμε από εδώ...