φρέσκα ανέκδοτα

Δυο ηλικιωμένοι κύριοι συζητάνε γύρω από τα διάφορα προβλήματα υγείας που τους απασχολούν. Λέει ο ένας:
- Εγώ βρε Γιώργη, ξεχνάω. Η μνήμη μου έχει αδυνατίσει πάρα πολύ και δε ξέρω τί να κάνω...
- Α, εγώ παίρνω ένα φάρμακο σε σταγόνες και δεν έχω κανένα πρόβλημα. Λέει ο άλλος.
Γεμάτος περιέργεια ο πρώτος ρωτάει:
- Και ποιο είναι το φάρμακο αυτό και πώς το λένε;
- Στάσου γιατί έχει ένα ξενικό όνομα και μου διαφεύγει... Για θύμισε μου εκείνο το μεγάλο πόλεμο...
- Το Β Παγκόσμιο Πόλεμο λες; προσπαθεί να τον βοηθήσει ο φίλος του -Όχι ρε συ, ένα άλλο μεγάλο πόλεμο...
- Ποιον βρε Γιώργη μου; Τον πρώτο παγκόσμιο μην εννοείς;
- Όχι βρε αδελφέ... Πιο παλιά!
- Α! Θα λες για τους Βαλκανικούς Πολέμους...
- Μπα, όχι! επιμένει ο Γιώργης... Για πιο παλιά σου λέω... Αυτός ο πόλεμος έγινε στην αρχαιότητα.
Η περιέργεια του φίλου του Γιώργη είχε μεγαλώσει και συνεχίζει τη προσπάθεια να βοηθήσει τη μνήμη του φίλου του.
- Α... Θα λες για το Πελοποννησιακό Πόλεμο, βρε αδελφέ...
- Μα τί λες τώρα; πιο παλιά σου λέω -Εμ μα τότε θα εννοείς τον Τρωικό Πόλεμο.
- Μπράβο, αυτόν εννοώ το βρήκες! Αυτός ο πόλεμος είχε μια αφορμή... Κάποια ωραία γυναίκα!
Ο άλλος τώρα αναφωνεί με ενθουσιασμό:
- Την Ωραία Ελένη ... Γιώργη μου.
- Αυτήν βρε αδελφέ έψαχνα από την αρχή, γιατί έχει το ίδιο όνομα με τη γυναίκα μου Και αμέσως φωνάζει προς το βάθος του σπιτιού:
- ΕΛΕΝΗΗΗΗΗΗΗ! Πώς το λένε εκείνο το εκπληκτικό φάρμακο που ενισχύει τη μνήμη;
Λέει η δασκάλα στα παιδιά:
- Παιδιά, αύριο, όπως θα έρχεστε από το σπίτι σας στο σχολείο, θα παρατηρήσετε τα κτίρια που υπάρχουν, θα διαλέξετε ένα και αύριο θα μας το πείτε!
Περνάει η μέρα, και τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο. Τους λέει λοιπόν η δασκάλα:
- Καλημέρα παιδιά. Είδατε τα κτίρια;
Τα παιδιά:
- Μάλιστα κυρία!
- Ελενίτσα, εσένα ποιο κτίριο σου άρεσε πιο πολύ;
- Εμένα, μου άρεσε ένα κτίριο μεσαιωνικού ρυθμού, και μου είπε ο πατέρας μου, ότι εκεί στεγάζεται το μουσείο της φυσικής ιστορίας!
- Μπράβο Ελενίτσα! Εσένα Δημητράκη;
- Εμένα μου άρεσε ένα γυάλινο κτήριο, και μου είπε ο πατέρας μου, ότι εκεί στεγάζεται το μουσείο μοντέρνας τέχνης!
Αφού ρώτησε, όλα τα παιδιά, έφτασε και η σειρά του Μπόμπου. Τρομαγμένη η δασκάλα, μήπως και πει καμιά βρισιά ο Μπόμπος, λέει διστακτικά:
- Εσένα Μπόμπο, πιο κτίριο σου άρεσε πιο πολύ;
- Εγώ κυρία, λέει ο Μπόμπος, όπως ερχόμουν, είδα ένα λάκο... Ίσα με 10 πατώματα βαθύ! Δεν ήξερα τι είναι, και ρώτησα τον πατέρα μου! Εκείνος, μου είπε πως εκεί θα γίνει, το μεγαλύτερο μπουρδέλο της πόλης!
Φανερά εκνευρισμένα όλα τα κοριτσάκια, πάνε να φύγουν τρέχοντας. Τότε, γυρνάει και τους λέει ο Μπόμπος:
- Πού πάτε ρε πο... Σ; Ακόμα στα μπετά είναι!
Μια λευκή φοιτήτρια κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Αφρική ερωτεύεται ένα μαύρο ιθαγενή και τον παίρνει μαζί της στην Αμερική. Μετά απο λίγο καιρό τον καλεί σπίτι της σαν υποψήφιο γαμπρό να τον γνωρίσει στους γονείς της.
Ο πατέρας της θέλοντας να τον αποφύγει του λέει:
- Θα σου δώσω τη κόρη μου αν μου κάνεις 3 πράγματα που θα σου ζητήσω.
Ο μαύρος που αγαπούσε τρελά τη κοπέλα συμφώνησε. Λοιπόν του λέει ο μέλλων πεθερός το πρώτο πράγμα που θέλω είναι να μου φέρεις σκοτωμένο το τεράστιο λιοντάρι που ζει στη χώρα σου, σκεπτόμενος ότι ο μαύρος στην προσπάθεια του να το σκοτώσει ίσως να πέθαινε.
Ο μαύρος τότε του λέει:
- Ιγκό αγκαπώ κόρη σου, για χάρη της φέρει λιοντάρι.
Αφού έφυγε για μερικές μέρες γύρισε πίσω με το τομάρι του λιονταριού. Ο πεθερός τότε αφού είδε ότι ο μαύρος ήταν αποφασισμένος σκέφτηκε για δεύτερη χάρη να του ζητήσει κάτι πιο δύσκολο. Tου είπε να πάει στα βάθη της Ινδίας και να του φέρει το μεγαλύτερο ρουμπίνι του κόσμου.
Ο μαύρος τότε του λέει:
- Ιγκό αγκαπώ κόρη σου, για χάρη της φέρει ρουμπίνι.
Αφού εξαφανίζεται πάλι, επιστρέφει μετά από μερικές μέρες με ένα ρουμπίνι σαν αυγό στρουθοκαμήλου. Δεύτερη αναπάντεχη έκπληξη για τον πεθερό που κάθεται και σκέφτεται πολύ σοβαρά τη τρίτη και τελευταία χάρη που θα ζητήσει απο το μαύρο για να τον ξεφορτωθεί.
Αφού λοιπόν σκέφθηκε πολύ του λέει:
- Αν θέλεις τη κόρη μου πρέπει η ψωλή σου να είναι ένα μέτρο, σκεφτόμενος προφανώς ότι ήταν αδύνατο ο μαύρος να την είχε ένα μέτρο.
Όταν ο μαύρος γαμπρός άκουσε αυτό που του ζητούσε ο μέλλων πεθερός του έπεσε σε βαθύ συλλογισμό. Ο πεθερός τότε καταχάρηκε.
Επιτέλους τον ξεφορτώθηκα τον αράπη σκέφθηκε, δεν πρόλαβε όμως να χαρεί γιατί ο μαύρος μετά από πολύ σκέψη του είπε:
- Ιγκό αγκαπώ πολύ κόρη σου για χάρη της κόψει μισό μέτρο!
Είναι ένα ζευγάρι αρραβωνιασμένο για 2 χρόνια περίπου. Τελικά αποφασίζουν να παντρευτούν. Κάθονται λοιπόν να συζητήσουν για το γάμο. Ο άντρας -βαρύς κι ασήκωτος- λέει στη γυναίκα:
- Κοίταξε γυναίκα, για να παντρευτούμε, εγώ θέτω 3 απαραίτητους όρους.
- Εντάξει, για πες τους, λέει η γυναίκα.
- Πρώτον, θέλω κάθε πρωί μόλις ξυπνάω, να βρίσκω το καφεδάκι μου έτοιμο, ζεστό πάνω στο τραπέζι, ανεξάρτητα αν το πιω ή όχι.
- Δεύτερον, θέλω κάθε μεσημέρι που θα γυρίζω από τη δουλειά να βρίσκω έτοιμο και ζεστό το φαί μου, ανεξάρτητα αν θα το φάω ή όχι.
- Τρίτον, θέλω κάθε βράδυ που θα γυρίζω από το καφενείο να βρίσκω έτοιμες τις παντόφλες μου μπροστά στο καναπέ με τη τηλεόραση ανοιχτή, ανεξάρτητα αν τις φορέσω ή όχι.
- Εντάξει, λέει η γυναίκα, τους δέχομαι τους όρους σου. Εγώ μόνο έναν μικρό όρο βάζω.
- Ωραία, λέει ο άνδρας, πες τον.
- Το γαμήσι αρχίζει κάθε βράδυ στις 23:00 είτε είσαι εσύ εκεί είτε όχι!