φρέσκα ανέκδοτα

Ο κύριος ομιλητής σ ένα συνέδριο έχει αργήσει. Τρέχει σαν παλαβός να προλάβει να φτάσει στην ώρα του, τα καταφέρνει να φτάσει λίγο πριν έρθει η ώρα του να μιλήσει, αλλά μόλις κάθεται κάτω, διαπιστώνει ότι έχει ξεχάσει τη μασέλα του, πράγμα που εξομολογήθηκε στο διπλανό του.
- Ξέχασα τη μασέλα μου!
- Μην ανησυχείς, λέει αυτός. Δοκίμασε αυτή.
Ο ομιλητής τη δοκιμάζει και λέει:
- Πολύ σφιχτή.
- Καλά, δοκίμασε αυτή, του λέει ο άλλος.
Τη δοκιμάζει και αποφαίνεται:
- Πολύ χαλαρή.
- Καλά, δοκίμασε αυτή, του λέει ο άλλος.
Τη δοκιμάζει και...
- Τέλεια! Εφαρμόζει περίφημα! λέει ο ομιλητής.
Φάγανε, έβγαλε το λόγο του και μετά γυρνάει στο διπλανό του και λέει:
- Σας ευχαριστώ για τη βοήθειά σας! Που είναι το ιατρείο σας. Έψαχνα για έναν καλό οδοντίατρο.
- Ποιος είπε ότι είμαι οδοντίατρος. Εργολάβος κηδειών είμαι!
Ήταν ένας Αμερικάνος, ένας Ρώσος και ένας Έλληνας, οι οποίοι μιλούσαν για το πόσο έχει προχωρήσει ο πολιτισμός στη χώρα τους.
- "Εμείς στην Αμερική, έχουμε ουρανοξύστες με 1.000 ορόφους", λέει ο Αμερικάνος.
- "Εμείς στη Ρωσία, έχουμε τα καλύτερα ραντάρ του κόσμου", λέει ο Ρώσος.
- "Εμείς, λέει ο Έλληνας, έχουμε έναν άνθρωπο, το Κίτσο, που είναι από την Καρδίτσα και ο οποίος βγάζει τη γλώσσα του, τη βάζει κάτω από τα πόδια του, μετά τη δένει στο λαιμό του, την πάει στην πλάτη του, την περνάει μέσα από τη μπλούζα του και τη ξαναφέρνει στο στόμα του."
Οι άλλοι έμειναν έκπληκτοι.
Μετά από λίγη ώρα λέει ο Αμερικάνος:
- "Σας είπα ψέματα. Δεν έχουμε τόσο μεγάλους ουρανοξύστες. Ο μεγαλύτερος είναι 500 ορόφους."
- "Και σας είπα ψέματα. Δεν έχουμε τόσο καλά ραντάρ. Κανονικά είναι, όπως όλα."
Οπότε λέει και ο Έλληνας:
- "Και σας είπα ψέματα. Ο Κίτσος, δεν είναι από τη Καρδίτσα, αλλά από τα Τρίκαλα."
Τρεις φίλοι αποφάσισαν να πάνε για ψάρεμα με την βάρκα τους. Αποφάσισαν, να πάρουν μαζί τους και τον φίλο τους τον Κε-κε.
Όπως ψάρευαν οι φίλοι κοιτάζοντας τον βυθό τις θάλασσας, ο Κε-κες αγνάντευε τον ορίζοντα. Κάποια στιγμή, βλέπει ένα μεγάλο καράβι, να κατευθύνεται καταπάνω τους. Τρομαγμένος ο Κε-κες, άρχισε να φωνάζει:
- "Κα κα κα κα κα κα κα κα..."
Πέφτοντας στη θάλασσα, λέει:
- "Kα κα κα καράβι."
Oi φίλοι του δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν και τους χτύπησε το καράβι. Τους πήγαν στο νοσοκομείο, στην εντατική και έμειναν εκεί για έξι ολόκληρους μήνες. Όταν ανάρρωσαν, αποφασίζουν να πάνε για ψάρεμα πάλι με το φίλο τους, τον Κε-κε. Τελικά, όπως ψάρευαν οι φίλοι, αρχίζει πάλι ο Κε-κες να φωνάζει:
- "Κα κα κα κα κα κα κα κα..."
Όταν το άκουσαν αυτό οι φίλοι, πήδηξαν στην θάλασσα έντρομοι Τελικά, ακούνε τον Κε-κε, να ολοκληρώνει την πρότασή του.
- "Κα κα κα κα κα κα καρχαρίας!"
Ηταν ο Θεός και καθόταν και κοιτούσε την πύλη του παραδείσου η οποία ήταν σε ένα μαύρο χάλι. Πάει λοιπόν στον Αγιο Πέτρο και του ζητά να βρεί ένα καλό τεχνήτη για να αλλάξουν την πόρτα. Πάει στον Γερμανό ο οποίος του ζητάει 2.000.000 δρχ. Πάει στον Ιταλό ο οποίος του ζητάει 3.000.000 δρχ. πάει και τον Έλληνα τον Μητσάρα και του ζητάει 10.000.000 δρχ. Ο Αγιος Πέτρος απόρρησε και του λέει:
- Γιατί τόσα πολλά;
- Τί σε νοιάζει; Η καλή δουλειά θα γίνει. Θα είναι σκαλιστή με αγγελάκια ασημένια κλπ.
- Ναι, ξαναρωτάει ο Αγιος Πέτρος αλλά και πάλι πολλά είναι τα λεφτά.
- Μη σε νοιάζει. Το αφεντικό δεν πληρώνει; λέει ο Μητσάρας.
- Ναι, λέει ο Αγιος Πέτρος, αλλά θα ήθελα να μου εξηγήσεις γιατί ζητάς τόσα πολλά ενώ ο Γερμανός και ο Ιταλός μου ζήτησαν μόνο 2 και 3.000.000 δρχ.;
- Να σου εξηγήσω, λέει ο Μητσάρας. 4.000.000 δρχ. θα πάρω εγώ. Σωστά;
- Σωστά. Απαντάει ο Αγιος Πέτρος.
- 4.000.000 δρχ. θα πάρεις εσύ που έκανες τον μεσάζοντα. Σωστά;
- Σωστά. Απαντάει και πάλι ο Αγιος Πέτρος. Και τα άλλα 2.000.000;
- Ε! Να μην πάρει κάτι και ο Γερμανός που θα την φτιάξει;
Δυο κληρικοί αποφάσισαν να πάνε στα νησιά για διακοπές.
Ήθελαν όμως να ευχαριστηθούν τις διακοπές τους γι αυτό σκέφτηκαν να μη φοράνε τίποτα που να δείχνει την ιδιότητά τους.
Πρώτη μέρα λοιπόν και αγοράζουν τα πιο απίθανα ρούχα διακοπών: χρωματιστά πουκάμισα, μυστήρια σορτς, σανδάλια, γυαλιά ηλίου, παρεό, οτιδήποτε που θα "κολλάει" με το λουκ των υπολοίπων.
Πηγαίνουν και αράζουν στις ξαπλώστρες, με τις καπελαδούρες για τον ήλιο και το απαραίτητο ντρινκ με καλαμάκια και ομπρελίτσες και άλλα τέτοια εξωτικά .
. .
Και ξαφνικά εμφανίζεται μια Ξανθιά που κόβει ανάσες, μ ένα μπικίνι που σκοτώνει, με καμπύλες απερίγραπτες, περνάει δίπλα τους και . . .
"Καλησπέρα, πατέρα, Καλησπέρα πατέρα" χαμογελώντας στον καθένα τους ξεχωριστά!
Εεεεε?
Οι δυο κληρικοί αντί για μάτια απέκτησαν κάτι τεράστια ερωτηματικά που αναβόσβηναν, πήραν όλα τα χρώματα που είχαν και τα πουκάμισά τους, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και . . . σώπαναν.
Δεν ήταν δυνατό!
Αλλά, διακοπές και ξεκούραση είχαν αποφασίσει, είπαν να το ξεχάσουν.
Επόμενο πρωινό, στις ίδιες ξαπλώστρες οι ήρωες μας, άλλου είδους καλαμάκια στο ποτό τους και κάτι μισά πορτοκάλια κι ανανάδες ν αναπαύονται στις ζαχαρωμένες άκρες των ποτηριών και μες τη χαρά οι δυο τους, κάτω απ τον ήλιο, δίπλα στη γαλάζια θάλασσα όταν . . . νάσου η δολοφόνα ξανθιά!
Με φωτιά-στα-κόκκινα στριγκάκι και τοπλες να πεθαίνει όποιος είχε γλυτώσει την προηγουμένη . . .
Πάλι το περπάτημα που κολλάζει άγιο, πάλι περνάει από κοντά τους και πάλι, ναι, ξανά "Καλημέρα, πατέρα. Καλημέρα, πατέρα", γελάκι και απομάκρυνση απ τον τόπο του εγκλήματος!
Καλά, πώς καταλάβαινε ότι είναι παπάδες? Ήταν δυνατό?
Αποφάσισαν να αλλάξουν τα ρούχα τους και πήγαν κι αγόρασαν ότι πιο εξωφρενικό, κουρεύτηκαν καρφάκια, κάναν και καμιά ανταύγεια (δεν ξέρω τι θα κάνουν στο τέλος του ανεκδότου με τέτοιο μαλλί στην ενορία τους, αλλά δε με νοιάζει κι όλας), φόρεσαν τζόκεϊ ανάποδα σαν Αμερικάνοι μπασκετμπολίστες, φούστες χαβανέζικες βάλανε, βράκες προτιμήσανε, ιδέα δεν έχω τι κάνανε, αλλά ξανάραξαν στις ξαπλώστρες ελπίζοντες και προσευχόμενοι να μην είναι πλέον αναγνωρίσιμοι ως ιερωμένοι Όμως, ο διάολος, ως γνωστόν, ποδάρια πολλά, η πλανεύτρα ξανθιά δύο και θανάσιμα και νάτη να τα επιδεικνύει και το τρίτο πρωί κάτω από ένα παρεό δεμένο στο λαιμό της . . .
Και πάλι τους πλησιάζει Και πάλι "Καλημέρα, πατέρα" . .. Πριν γυρίσει στον δεύτερο όμως, εκείνος τη σταματάει "Για μισό λεπτό, ωραία μου δεσποινίς. Είμαστε κληρικοί και περήφανοι που το επιλέξαμε, αλλά εσύ πώς το κατάλαβες?"
"Μα, πατέρα. Εγώ είμαι. Η αδελφή Μαρία"!
Κάποτε οι ανθρωποφάγοι έπιασαν τρεις λευκούς, έναν Αμερικάνο, έναν Αγγλο και έναν Έλληνα. Όπως τους είχαν δεμένους σε πασσάλους, ο αρχηγός ρωτάει τον Αμερικάνο:
- Τι τέλει εσύ; Μπόνκο ή Τάνατο;
Ο Αμερικάνος σκέπτεται ότι θάνατος ξέρει τι σημαίνει, ενώ Μπόνκο όχι, και απαντάει στον αρχηγό "Μπόνκο".
Οπότε ο αρχηγός φωνάζει: Ατατίβι έλα έξω. Έρχεται λοιπόν ο Ατατίβι, ένα θηρίο 2 μέτρα μπόι και του λέει ο αρχηγός:
"Μπόνκο". Παίρνει τότε τον Αμερικάνο τον βάζει μέσα σε μία καλύβα και τον περιποιείται καταλλήλως.
Βγαίνει κάποια στιγμή ο Αμερικάνος στραπατσαρισμένος, αλλά ζωντανός.
Μετά ρωτάει τον Αγγλο:
"Μπόνκο ή Τάνατο";
- Μπόνκο, Μπόνκο, απαντάει ο Αγγλος ενθουσιασμένος.
Τέλος ρωτάει και τον Έλληνα το ίδιο. Ο Έλληνας σκέφτεται ότι δεν πρέπει να προδώσει τα ιδανικά, ιερά και όσια της φυλής και απαντά υπερήφανα "Θάνατο". Οπότε ο αρχηγός στρέφεται στον Ατατίβι και λέει:
- "Μπόνκο μέχρι Τάνατο"!