Είναι χειμώνας στο χωριό και ο γέρος με την γριά πέφτουν για ύπνο. Κάποια στιγμή λέει ο γέρος (χωριάτικα) : - Mαρί γριά, σκώθκε (σηκώθηκε). Απαντάει η γριά όλο λαχτάρα : - Να γυρίσου γέρομ;! Και λέει ο γέρος : - Ο αγέρας σκώθκε μαρί! Αι σήκου να κλείς τα παντζούρια μην τα σπάς!
Είναι χειμώνας στο χωριό και ο γέρος με την γριά πέφτουν για ύπνο.
Κάποια στιγμή λέει ο γέρος (χωριάτικα) :
- Mαρί γριά, σκώθκε (σηκώθηκε).
Απαντάει η γριά όλο λαχτάρα :
- Να γυρίσου γέρομ;!
Και λέει ο γέρος :
- Ο αγέρας σκώθκε μαρί! Αι σήκου να κλείς τα παντζούρια μην τα σπάς!